Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Ντεπό, φύγεεεε!

Της Άννας Χατζησοφιά

Προχθές ανέβηκα ξανά στη Σαλονίκη.
Τελευταία, από τότε που εκπροσωπώ το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών στο ΔΣ του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, ανεβαίνω συχνά. Και μ΄ αρέσει. Όχι ότι σας κόφτει, αλλά Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που μεγάλωσα και η φράση πατρίδα είναι η παιδική ηλικία με εκφράζει εντελώς. Όποτε επιστρέφω βρίσκομαι σπίτι. Και μόνο να αντικρύσω τον Πύργο τον Λευκό μου φεύγει κάθε σκιά μελαγχολίας, με πιάνει μια αισιοδοξία, έτσι, άνευ λόγου και αποχρώσης αιτίας, ή μάλλον το αποχρώσης έχει να κάνει με το χρώμα του Θερμαϊκού.
Στη Σαλονίκη με ξετρελαίνουν πράγματα που στην Αθήνα ούτε τα προσέχω. Λατρεύω όταν βραδιάζει στην παραλία και ανάβουν τα led φωτάκια τους οι πάγκοι που πουλούν μαλλί της γριάς και ξηρούς καρπούς λάμποντας σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα. Μπορώ να χαζεύω ώρες αυτή την πανηγυριώτικη εικόνα με φόντο την θάλασσα. Μ΄ αρέσει που ο κόσμος κάνει βόλτα στην προκυμαία, είναι μια διέξοδος στην τρέλα και στην κατάθλιψη, η ίδια παλιά καλή διέξοδος που συνηθίζαμε τις καλοκαιρινές Κυριακές των δύσκολων εποχών που μεγάλωσα.

Στη Σαλονίκη βρίσκω τέλειο που κάθε στάση έχει πίνακα με online ενημέρωση και ξέρεις ακριβώς σε πόσα λεπτά θα περάσει ποια γραμμή. Υπάρχει και σχετικό app στη σελίδα του ΟΑΣΘ, που μπορείς να κατεβάσεις στο κινητό σου και να ξέρεις πότε πρέπει να φύγεις από το σπίτι σου για να προφτάσεις το λεωφορείο. Τέλειο; Ειδικά για μας τους χαμουτζήδες που το «πότε περνάει το λεωφορείο» αποτελεί αντικείμενο στοιχήματος, είναι σούπερ.

Τις προάλλες λοιπόν πήρα με χαρά το λεωφορείο. Κάθισα πίσω, στην τελευταία σειρά. Κάπου εκεί κοντά στην πρώην στάση Ντεπό, σταματήσαμε να κινούμαστε. Τράφικ, σκέφτηκα, και κοίταξα το ρολόι γιατί βιαζόμουν. Στα πέντε λεπτά καθυστέρησης άρχισε το πράγμα να μην μου φαίνεται φυσιολογικό, ειδικά όταν κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδα τα άλλα αυτοκίνητα να κινούνται κανονικά.

Ώσπου να αναρωτηθώ τι να συμβαίνει, βλέπω ένα νεαρό να ανασηκώνεται από την θέση του και να φωνάζει «Έλα, τέλειωνε παοκτζή, έχουμε και δουλειές». Το λεωφορείο ήταν διπλό και δεν έβλεπα τι γινόταν μπροστά, φαντάστηκα λοιπόν ότι κάποιος οπαδός του ΠΑΟΚ, για κάποιο λόγο, προκαλούσε καθυστέρηση.

Το όχημα συνέχιζε να είναι ακινητοποιημένο και σε λίγο ο νεαρός που φώναξε, σηκώθηκε έξαλλος και κατευθύνθηκε εμπρός. Τον ακολούθησαν και άλλοι τρεις τέσσερεις, νέοι ομοίως.
Ακούγοντας τον ίδιο νεαρό να φωνάζει να του ανοίξουν να κατέβει γιατί θα χάσει την δουλειά του, κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει και, φύση περίεργη, σηκώθηκα και πλησίασα.

Η μπροστινή πόρτα του λεωφορείου ήταν ανοιχτή και κάτω στο πεζοδρόμιο στέκονταν ένας άντρας γύρω στα τριάντα. Με το απλωμένο χέρι του κρατιόταν από το σιδερένιο κιγκλίδωμα, που υπάρχει κάθετα στα σκαλοπάτια. Αν ο οδηγός ήθελε να ξεκινήσει, ή θα έκλεινε την πόρτα μαγκώνοντας το χέρι του άντρα, ή θα την άφηνε ανοιχτή σέρνοντάς τον στο οδόστρωμα. Μ΄ αυτόν τον τρόπο λοιπόν εκβιαστικά ακινητοποιούσε το όχημα. Φυσικά ο οδηγός δεν ήθελε να ξεκινήσει, γιατί όπως κατάλαβα από τους διαπληκτισμούς με τους νεαρούς που τον ρωτούσαν με ποιο δικαίωμα κρατάει την πόρτα, ο επιλεγόμενος παοκτζής ήταν ελεγκτής εισιτηρίων.

Η όλη του εμφάνιση, μαύρο μπλουζάκι, καδένα στο λαιμό, τατουάζ στο μπράτσο, δεν με έπειθε για κάτι τέτοιο και ζήτησα την ταυτότητα του. Εισπράττοντας ένα «Πλάκα με κάνεις;» μου μόστραρε μία πλαστικοποιημένη καρτέλα που κρέμονταν με μια αλυσίδα από τον καρπό του χεριού του σαν βραχιόλι. Δεν την κοίταξα διεξοδικά: αυτό που με απασχολούσε δεν ήταν η ταυτότητα, αλλά η εξουσία που παρέχει και η κατάχρηση της. Από πού κι ως πού, ένας ελεγκτής ακινητοποιεί το λεωφορείο, εμποδίζοντας δεκάδες πολίτες -που έχουν πληρώσει εισιτήριο- να πάνε στον προορισμό τους;

Αποκρυπτογραφώντας τις φράσεις ανακατεμένες με πολλά «πλάκα με κάνεις» -δεν ξέρω γιατί, αλλά κοσμούσε εμπρός, στη μέση και στο τέλος όλες τις προτάσεις του με αυτό-, αντιλήφθηκα ότι κάποια επιβάτης είχε επιδείξει εισιτήριο με παλιά ημερομηνία. Δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει και έγινα γραφική Αθηναία, ρωτώντας αν τα εισιτήρια του ΟΑΣΘ έχουν ημερομηνία λήξης. Φαντάστηκα ότι θα ανανεώνονταν ανά εξάμηνο, ή κάτι τέτοιο. Ημερομηνία ακύρωσης (σε λέω) εννοούσε.

Σημειώστε ότι εδώ αν βάλεις ήδη ακυρωμένο εισιτήριο στο μηχάνημα στο πετάει έξω, ενώ στη Θεσσαλονίκη για μετεπιβίβαση ακυρώνεις ξανά το ίδιο εισιτήριο αλλά από  την άλλη πλευρά. Είναι λοιπόν πολύ εύκολο να μπερδευτείς και να χρησιμοποιήσεις παλιό, αν το έχεις βάλει κατά λάθος στο πορτοφόλι ή την τσέπη σου, πράγμα που προσωπικά κάνω συχνά με την αφηρημάδα που με διακατέχει. Το ίδιο ισχυρίστηκε και η κυρία.

Το θέμα θα λυνόταν αν την άφηνε να ακυρώσει καινούργιο εισιτήριο. Εκείνος όμως αρνούνταν κατηγορηματικά και δεν ήθελε καν να επιβάλει πρόστιμο, αλλά να την κατεβάσει κάτω, για να την εξευτελίσει προφανώς. Η κυρία δεν κατέβαινε και ο ελεγκτής κρατούσε όλο το λεωφορείο για εκβιασμό.

Απέναντι από το σημείο που μας ακινητοποίησε, είναι ένα αστυνομικό τμήμα και ο «πλάκα με κάνεις» άρχισε να φωνάζει στον φρουρό ζητώντας να του στείλουν κάποιον αστυνομικό. Εκείνος του απάντησε, σαφώς υπεκφεύγοντας και προς τιμήν του, ότι δεν έχουν διαθέσιμο όργανο,  πράγμα που εκνεύρισε ακόμα περισσότερο τον ελεγκτή, που τηλεφώνησε στο 100 για περιπολικό, ωρυόμενος ότι δεν θα φύγει κανένας αν δεν έρθει αστυνόμος να συλλάβει την γυναίκα ή αν δεν κατέβει.

Στις έντονες διαμαρτυρίες μου, απάντησε κάποιος επιβάτης -κανείς εκτός της αφεντιάς μου και  των νεαρών, δεν είχε μιλήσει μέχρις στιγμής-  με το γνωστό «Εσύ τι θες κυρά μου, δικηγόρος της είσαι;».

Με την ακαριαία μηχανή του χρόνου που λέγεται μνήμη, πετάχτηκα βίαια πολλά χρόνια πίσω, στον ίδιο δρόμο, σε ένα άλλο λεωφορείο, από εκείνα που ο εισπράκτορας ανήγγειλε την στάση «Ντεπόοοο», έτσι, με την κατάληξη τραβηγμένη, κι όταν επιβιβάζονταν όλοι, έδινε σήμα εκκίνησης στον οδηγό φωνάζοντας  μακρόσυρτα, «Φύγεεεεε». Όταν είχε στριμωξίδι και δεν μπορούσες να φτάσεις στο γκισέ, τα ψιλά ταξίδευαν χέρι -χέρι και το μαγικό χρωματιστό χαρτάκι, που σου έδινε το δικαίωμα στην μετακίνηση, επέστρεφε με τον ίδιο τρόπο. Καμιά φορά, σπανίως βέβαια, τα φραγκοδίφραγκα χάνονταν στην πορεία καταλήγοντας σε κάποια τσέπη.

Στην στιγμή του χωροχρόνου που η φωνή με ταξίδεψε, ένας ελεγκτής της εποχής είχε αρπάξει από τα πέτα έναν κύριο γιατί δεν είχε το μαγικό χαρτάκι. Ο άνθρωπος διατείνονταν ότι είχε δώσει τα λεφτά, αλλά δεν είχε φτάσει το εισιτήριο στα χέρια του. Οι διπλανοί του επιβεβαίωναν, αλλά ο Ιαβέρης δεν άκουγε κουβέντα και καταχρώμενος την εξουσία απαιτούσε από τον οδηγό να ανοίξει την μεσαία πόρτα προσπαθώντας τσουβαληδόν να τον πετάξει έξω εν κινήσει. Τότε άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει:

-Άσε κάτω τον ανθρωπάκο, ρε ρουφιάνε.

Ο ελεγκτής άρχισε να τσιρίζει.

-Ποιος τόπε αυτό;

Η ανάμνηση τελειώνει με την μητριά μου να ψιθυρίζει «Όλο εσύ θα ανακατεύεσαι» και εμένα να τον τραβάω από το σακάκι.

Δεν ξέρω πώς κατέληξε η ιστορία με την κυρία προχθές. Κατέβηκα, όπως και οι περισσότεροι επιβάτες -μετά από επιμονή μας το επέτρεψε ο παοκτζής- και πήρα το επόμενο λεωφορείο. Μαστιγώνω τον εαυτό μου που δεν περίμενα να δω τι θα γίνει, αλλά η ώρα με τραβούσε απ΄ το μανίκι, όπως εγώ τον μπαμπά στην ανάμνηση.

Δεν μου προξενεί απορία η συμπεριφορά του ελεγκτή των παιδικών μου χρόνων: Χούντα ήτανε, σ΄ αυτές τις θέσεις προσλαμβάνονταν αυτοί που είχαν την ιδιότητα της λέξης που είχε προσάψει ο μπαμπάς στον ελεγκτή. Αναρωτιέμαι όμως με τι κριτήρια προσλαμβάνονται σήμερα στις αντίστοιχες θέσεις.

Και μια ακόμα απορία. Γιατί ο νεαρός είχε αποκαλέσει τον ελεγκτή παοκτζή; Επειδή φορούσε μαύρη μπλούζα;

ΥΓ. Η κυρία ήταν μάλλον αλλοδαπή.

Πηγή: RedNotebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου