Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Οι μορφές πάλης και αντίστασης στη χούντα. Των Α. Ζεμπίλα & Π. Κλαυδιανού

Δύο σημαντικές μαρτυρίες-αφηγήσεις για τη μαύρη περίοδο της χούντας στην Ελλάδα, δημοσιεύονται στα «Ενθέματα». ΟΑντρέας Ζεμπίλας καταθέτει τις μαρτυρίες και τις σκέψεις του για τη δυναμική ή ένοπλη αντίσταση στο καθεστώς, ενώ ο Παύλος Κλαυδιανός γράφει για τις θυελλώδεις συζητήσεις και τις διαφωνίες εντός της Αριστεράς περί «δυναμικών» ενεργειών, καθώς και για το πώς οι κεντρώοι και δεξιοί αγωνιστές ήταν οι πιο ένθερμοι οπαδοί τους.
H άλλη αντίσταση. Του Αντρέα Ζεμπίλα
Σήμερα μπορεί να είναι εύκολο να φτιάξεις αμμωνίτες. Κάτι το ίντερνετ, κάτι τα φυλλάδια που κυκλοφορούν, αυτά τα εκρηκτικά μπορείς να τα φτιάξεις στην κουζίνα σου. Τότε, όμως, την άνοιξη του 1967, δεν ξέραμε ούτε την ονομασία τους. Αλλά καθώς η μπότα των συνταγματαρχών βάραινε στον σβέρκο, έπρεπε να γίνει κάτι παραπάνω από τα κειμενάκια διαμαρτυρίας. Σύντομα αποδείχθηκε ότι η παραδοσιακή Αριστερά, τραυματισμένη από τα απανωτά λάθη της περιόδου 1944-1949, εγκλωβισμένη στην αυταπάτη της «πάση θυσία» νομιμότητας, δεν ήθελε να περάσει σε πιο μαχητικές μορφές αντίστασης. Παχιά λόγια και δεσμεύσεις, που ξεφούσκωναν σε λίγες μέρες.
Έτσι, μερικές εκατοντάδες, άντε λίγες χιλιάδες, θελήσαμε να αντισταθούμε στη χούντα με κάτι παραπάνω από φραστικές καταγγελίες. Νέοι, άπειροι, χωρίς βοήθεια από πουθενά, ξεκινήσαμε από το τίποτα για να στήσουμε ένοπλες οργανώσεις απέναντι στα τανκς των συνταγματαρχών. Άλλοι το έλεγαν ένοπλη αντίσταση, άλλοι μαχητική αντίσταση ή αντάρτικο πόλης. Έπειτα από βάσανα και περιπέτειες στήθηκαν κάποιες στοιχειώδεις υποδομές. Αναφέρω εδώ την 20ή Οκτώβρη, την ομάδα Άρης του Ρήγα Φεραίου και τη Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση (ΛΕΑ), στην οποία είχα ενταχθεί. Συγνώμη που δεν έχω χώρο να μνημονεύσω εδώ και πολλές άλλες, από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα.
Μετά τις μαζικές συλλήψεις της κεντροαριστερής Δημοκρατικής Άμυνας –με στελέχη όπως ο αείμνηστος Σάκης Καράγιωργας αλλά και ο Κώστας Σημίτης– και του αριστερού Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου, ακολούθησαν οι δίκες αυτών των οργανώσεων. Οι δίκες ήταν μια ευκαιρία να γίνουν γνωστές στην Ελλάδα και το εξωτερικό οι θηριωδίες της χούντας. Όταν όλα αυτά είχαν τελειώσει έως το τέλος του 1971, η Αντίσταση είχε πέσει σε λήθαργο. Οι φασιστοειδείς συνταγματάρχες πανηγύριζαν: «Ο λαός είναι μαζί μας», «ηρεμία, τάξη και ασφάλεια επικρατεί στη χώρα» υποστήριζε η προπαγάνδα τους.
Και τότε βγήκε η μαχητική αντίσταση να τους διαψεύσει. Βόμβες στο άγαλμα του Τρούμαν, σε αμερικανικούς στόχους, στη χωροφυλακή, στη χουντοκρατούμενη ΓΣΕΕ, στην αμερικανική πρεσβεία (βέβαια είχαν προηγηθεί και άλλες βόμβες, ενώ το 1968 η απόπειρα εναντίον του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη υπήρξε κορυφαία πράξη της ένοπλης αντίστασης). Οι εκρήξεις ανέτρεπαν ηχηρά τον ισχυρισμό της χούντας για «ηρεμία και τάξη», επιδίωκαν να δώσουν θάρρος στον λαό και επιχειρήματα στους αντιφασίστες της Ευρώπης, συμβάλλοντας έτσι στην απομόνωση των συνταγματαρχών. Οι φοιτητικές εξεγέρσεις το ’73, κυρίως στη Νομική και το Πολυτεχνείο, άλλαξαν φυσικά τελείως το σκηνικό. Αλλά η φονική καταστολή τους έφερε και πάλι στο προσκήνιο την ένοπλη αντίσταση. Έγιναν διάφορες συμφωνίες για συνεργασία και συντονισμό των μαχητικών οργανώσεων, ακόμη και με το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου.
Η παραδοσιακή Αριστερά έμενε στον λήθαργο. Το χειμώνα του 1973-1974 η Σιμόν Σινιορέ, που βοηθούσε την αντίσταση, οργάνωσε στο Παρίσι συνάντηση της ΛΕΑ με τον Μ. Θεοδωράκη. Εμείς του ζητήσαμε συνεργασία και οικονομική ενίσχυση. Μας απάντησε πως αυτός είχε 2.000 ένοπλους στην Ελλάδα, έτοιμους να αναλάβουν δράση και ότι εμείς έπρεπε να τον χρηματοδοτήσουμε! Η Σιμόν έχει αποβιώσει, αλλά στην κουβέντα συμμετείχε και ο Β. Αναγνωστόπουλος.
Ωστόσο, η προδοσία στην Κύπρο οδήγησε στην ανάκληση του Κ. Καραμανλή από τους στρατηγούς και τη νόθα μεταπολίτευση. Το πολιτικό όραμα για ριζική ανατροπή χάθηκε. Οι οργανώσεις αυτοδιαλύθηκαν και όσο για τους λίγους οπαδούς του αντάρτικου πόλης που επιζούν ακόμη και σήμερα θα έπρεπε, εκτός από τις φωτογραφίες του Τσε Γκεβάρα που μοστράρουν, να διαβάσουν και τα κείμενά του. «Σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το λουλούδι του αντάρτικου δεν μπορεί να ανθίσει», είχε γράψει ο αργεντίνος επαναστάτης…
Οι «δυναμικές ενέργειες» και ο αγώνας κατά της χούντας. Του Παύλου Κλαυδιανού
Οι μορφές πάλης που θα χρησιμοποιούσε η αντίσταση για να πέσει η χούντα υπήρξαν από τα πιο κρίσιμα ζητήματα και προκάλεσαν μεγάλες διαφωνίες. Το κεντρικό ερώτημα ήταν: Ποιες δυνάμεις θα συμμαχούσαν να ανατρέψουν τη χούντα; Το αντιστασιακό μαζικό κίνημα; Πόσο και ποιες δυναμικές μορφές πάλης θα χρησιμοποιούσε; Θα προσέβλεπε στη συνεργασία και με δυνάμεις του στρατού, για να ανατραπεί η χούντα; Από την αρχή ή στην πορεία του αγώνα; Ή στο τελικό στάδιο; Ερωτήματα που ανάλογα το πώς θα τα απαντούσε κανείς, αντιστασιακή οργάνωση ή κόμμα, έπρεπε να επιλέγει και τις αντίστοιχες συμμαχίες ή χώρους που θα επεδίωκε να αναπτυχθούν αντιστασιακές ομάδες, π.χ. στον στρατό.
Αν κάποιος συμπεριλάμβανε στο σχέδιό του τον στρατό, δεν μπορούσε να παρακάμψει και την ανάγκη συνεννόησης ή κάποιας μορφής συνεργασίας και με δυνάμεις όχι μόνο του Κέντρου αλλά κυρίως της αντιδικτατορικής Δεξιάς και, μετά το κίνημα του bασιλιά, ακόμη και με βασιλόφρονες αξιωματικούς.
Εν τω μεταξύ, αυτή η συζήτηση γινόταν παράλληλα με μια άλλη εξίσου κρίσιμη, επηρεαζόμενες μεταξύ τους, ποιος θα είναι ο χαρακτήρας του αντιστασιακού αγώνα. Θα ήταν απλά αντιδικτατορικός, για την αποκατάσταση της δημοκρατίας; Μήπως, μάλιστα, της δημοκρατίας της προδικτατορικής και του πολιτικού προσωπικού της, το οποίο είχε και μεγάλες ευθύνες; Ο αγώνας, ύστερα, δεν θα ήταν και αντιιμπεριαλιστικός; Δεν θα έθετε, επιπλέον, και ζητήματα, στόχους, που ιδίως οι κομμουνιστές δεν πρέπει να ξεχνάμε όταν συμμετέχουμε και οργανώνουμε ευρύτερους αγώνες, Π.χ. ανατροπές και κοινωνικούς στόχους, ακόμη και αντικαπιταλιστικούς μέσα στους οποίους οι δυνάμεις της εργασίας θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους; Αυτά ήταν μια άλλη πηγή που τροφοδοτούσε τις διαφωνίες και συζητήσεις της περιόδου για τις συμμαχίες.
Οι δυναμικές μορφές. Μέσα σ’ αυτό το κουβάρι ζητημάτων οι μορφές πάλης, ιδίως οι δυναμικές μορφές πάλης, είχαν ξεχωριστή θέση γενικά στο κόμμα, δηλαδή το ενιαίο και ιστορικό ΚΚΕ. Πολύ περισσότερο τις συζητούσε η νεολαία, στα νεότερα σε ηλικία μέλη του κόμματος ή των αντιστασιακών οργανώσεων ευρύτερα. Ποιες απ’ αυτές θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε; Με τι στόχο; Πού θα τις εντάσσαμε; Με τι προφυλάξεις; Αν τις επιλέγαμε θα τις οργάνωνε κάθε ξεχωριστή οργάνωση; Ή μήπως θα έπρεπε να έχουμε και ειδικές προφυλαγμένες ομάδες για δυναμικές ενέργειες που δεν θα είχαν σχέσεις με τις κανονικές οργανώσεις;
Για το πού εντάσσονται, αν επιλεγούν τελικά, οι δυναμικές μορφές για το ΚΚΕ, για την κομμουνιστική παράδοση, ήταν λυμένο: εντάσσονται πλήρως στους στόχους, στις ανάγκες ανάπτυξης της αντιδικτατορικής πάλης και συνεισφέρουν στο γενικότερο αντιστασιακό κίνημα. Δεν είχαν χαρακτήρα σύγκρουσης με τις δυνάμεις της δικτατορίας –αν και ανέκυπτε, δειλά έστω, η ανάγκη περιφρούρησης όταν εκτελούνταν αυτές οι ενέργειες–, με τους διωκτικούς μηχανισμούς της. Ούτε συνιστούσαν σαμποτάζ καταστροφής εγκαταστάσεων. Ήταν υποταγμένες, όπως λέγαμε τότε και για να παρακάμπτουμε τις αντιρρήσεις ιδίως των μεγαλύτερων συντρόφων και της ηγεσίας, στις ανάγκες και τη λογική του μαζικού κινήματος. Κάτι βέβαια που δεν ήταν καθόλου τυπικό, διότι το μαζικό αντιστασιακό κίνημα, όπως σημειώσαμε πριν, ήταν το θεμέλιο, η κινούσα δύναμη για να ανατραπεί η δικτατορία.
Οι δυνάμεις που προέρχονταν από τον μη κομμουνιστικό χώρο, δηλαδή το Κέντρο και τη Δεξιά ή τον στρατό έδιναν πολύ μεγαλύτερο βάρος στις δυναμικές ενέργειες ως στοιχείο του αγώνα τους. Υπήρχε η αντίληψη ότι η χούντα μπορούσε να αποσταθεροποιηθεί με τέτοιες ενέργειες και, καθώς δεν είχε στήριξη στον λαό ούτε καν έλεγχε στ’ αλήθεια τους μηχανισμούς, όπως τον στρατό, ότι θα μπορούσαν τέτοιες ενέργειες να συμβάλουν αποφασιστικά ή και να προκαλέσουν την ανατροπή της. Υπήρχαν, βέβαια, σ’ αυτό τον χώρο αποχρώσεις. Η Δημοκρατική Άμυνα, π.χ., είχε πιο κοντινές απόψεις με την Αριστερά, πιο μακριά ήταν το ΠΑΚ ή άλλες κεντρογενείς αντιστασιακές ομάδες, και ακόμη πιο μακριά ομάδες αξιωματικών.
Δύο εισηγήσεις στη φυλακή. Ας επανέλθουμε στον δικό μας χώρο, στην Αριστερά. Η συζήτηση εδώ ήταν πολύ ζωηρή διότι συνδεόταν με το ιδεολογικό μας υπόβαθρο. Οι αναφορές στους κλασικούς έπεφταν βροχή κατά τις μαραθώνιες συζητήσεις, είτε στις συντροφιές της παράνομης δράσης είτε στη φυλακή. Τι είχε αναφέρει σχετικά ο Μαρξ, ο Ένγκελς; Πώς το ’πε ο Λένιν; Πώς απάντησαν στον τάδε ή τον δείνα αναρχικό ηγέτη; Πώς αξιοποίησαν τις δυναμικές μορφές οι ιταλοί σύντροφοι στην περίοδο του Μουσολίνι; Πώς οι μπολσεβίκοι; Πώς οι μενσεβίκοι; Τι κρατάμε από τη δική μας αντίσταση κατά των Γερμανών; Ποιο το δίδαγμα από την αλγερίνικη επανάσταση; Και οι Μαύροι Πάνθηρες δεν έλειπαν από τη συζήτηση. Και ο Μάης του ’68. Και φυσικά, πάνω απ’ όλα, οι Βιετκόνγκ και ο Τσε.
Στη φυλακή, αργότερα, είμαστε στον Κορυδαλλό, άρα αν θυμάμαι καλά γύρω στο 1970, οργανώσαμε επίσημη συζήτηση στην Ομάδα Συμβίωσης του ΚΚΕ εσωτερικού –που ήταν και η μεγάλη πλειοψηφία στη φυλακή– με το θέμα αυτό. Το κείμενο «υπέρ» των δυναμικών μορφών το έγραψε ο Θανάσης Αθανασίου, ηγετικό στέλεχος του Ρήγα και του κόμματος και το «κατά» ο Θανάσης Πανουτσόπουλος, ένας πολύ αγαπητός σύντροφος από την Κορινθία, της εαμικής αντίστασης. Συζητούσαμε επί μέρες…
Το ζήτημα των μορφών πάλης, από ένα σημείο και πέρα ενεπλάκη, και στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968. Χωρίς, μάλλον, ρητές αναφορές, πάντως οι δυνάμεις του ΚΚΕ που ακολούθησαν τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας, το κομμάτι υπό τον Κώστα Κολιγιάννη, δεν ευνοούσε τις δυναμικές μορφές. Κάποτε μας κατηγορούσαν και για «μικροαστική ανυπομονησία» και απομάκρυνση από τα θεμέλια του «μαρξισμού-λενινισμού». Αντίθετα, οι δυναμικές μορφές υιοθετήθηκαν από την αρχή του αγώνα από το ενιαίο Κόμμα, και αυτή η θέση, πιο ενισχυμένη, συνεχίστηκε από τις δυνάμεις του ΚΚΕ εσωτερικού. Αυτό το δυναμικό στοιχείο υπήρξε και ένα από τα σημεία, όχι προφανώς από τα πιο σημαντικά, που προσανατόλισαν προς το ΚΚΕ εσωτερικού ιδίως νέους συντρόφους. Η στάση της Άκρας Αριστεράς, δηλαδή της αντιπολίτευσης από τ’ αριστερά του ΚΚΕ κινήθηκε, θεωρητικά, στο ίδιο μήκος κύματος αλλά υπήρξε πιο θαρραλέα στην αξιοποίησή τους. Πιο κοντά με εμάς ήταν οι σύντροφοι της τροτσκιστικής παράδοσης, πιο μακριά όσοι σύντροφοι προσέγγιζαν γκεβαρικές θέσεις.
Ο συμβολισμός του στόχου. Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι οι μορφές αυτές υιοθετήθηκαν από την αρχή από το επίσημο κίνημα το ΚΚΕ, το Πατριωτικό Μέτωπο (ΠΑΜ). Κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ο συμβολισμός τους, ο ιδεολογικός ή πολιτικός στόχος τους, η πλήρως διασφαλισμένη θέση και ώρα που ελάμβανε χώρα, ούτως ώστε να μην υπάρχουν θύματα, και φυσικά το είδος και η ένταση της ενέργειας, το εύρος. Δεν εντάσσονταν εδώ μόνο, π.χ., βόμβες. Στη Θεσσαλονίκη, π.χ., το ΠΑΜ έβαλε βόμβα σε κολώνα της ΔΕΗ κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ με προφανή στόχο να κάνει, σβήνοντας τα φώτα, την παρουσία της η αντίσταση –αρχή μάλιστα της δικτατορίας– με δυναμικό τρόπο, σε Έλληνες και ξένους. Η διαδήλωση στην Ερμού, τον Σεπτέμβρη του 1967, ήταν επίσης μια δυναμική ενέργεια που απέβλεπε να αποδείξει έμπρακτα ότι δεν φοβόμαστε τη χούντα, να δώσουμε θάρρος στον απλό κόσμο (είχε προβλεφθεί η μαγνητοφώνηση των συνθημάτων που φωνάξαμε για να μεταδοθούν από ξένους σταθμούς). Η βόμβα στο αντικομουνιστικό περίπτερο στο Σύνταγμα είχε προφανή ιδεολογικό στόχο. Όπως και η βόμβα στο άγαλμα του Τρούμαν (όχι από δυνάμεις του ΠΑΜ).
Ιδεολογικό-πολιτικό στόχο είχαν και οι βόμβες στον περίβολο του Σταδίου Καραϊσκάκη (;) όταν γίνονταν οι Μεσογειακοί Αγώνες που ενώ επιδιώκαμε το μποϋκοτάρισμά τους παρά ταύτα συμμετείχαν οι Σοβιετικοί και οι άλλες χώρες του «υπαρκτού», με τις πρώτες ομάδες τους (π.χ. τη σφαιροβόλο Τσίτσοβα)! Και φυσικά να αναφέρουμε την τραγική έκβαση της δυναμικής ενέργειας στην Αμερικανική Πρεσβεία, όπου σκοτώθηκαν οι δύο αξέχαστοι σύντροφοι Αντζελόνι και Τσιτουρής της ομάδας που την οργάνωσε. Δύο συμβάντα ακόμη, η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα από την οργάνωση του Αλέκου Παναγούλη και η αυτοπυρπόληση του φοιτητή Κώστα Γεωργάκη άνοιξαν επίσης σοβαρές συζητήσεις και άναψαν διαφωνίες. Ήταν πράξη τρομοκρατίας το πρώτο ή εντασσόταν στο ενιαίο αντιστασιακό κίνημα; Ήταν μια πράξη αυτοθυσίας το δεύτερο ή απογοήτευση, παραίτηση; Υπερίσχυσε το σωστό, της ηρωικής πράξης ως προς το πρώτο, της βαθύτατης οργής, συγκίνησης και απόφασης για συνέχιση του αγώνα –με κείμενο– για το δεύτερο.
Η συζήτηση αυτή έχασε βαθμιαία τη σημασία της, όσο αναπτυσσόταν το φοιτητικό κίνημα και γινόταν αυτό, ως ο προπομπός του ευρύτερου λαϊκού μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος, ο πρωταγωνιστής. Η περίοδος αυτή έθετε σειρά άλλων διαφωνιών και ζητημάτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη παραπλήσια ιστορία.

Πηγές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου