Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Δύο- περιέργως- δίδυμα κείμενα

ο “άνθρωπος του facebook” και η “νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου” της αντίστασης κατά της χούντας (Με αφορμές μια αποτυχημένη πρόσκληση για καφέ στο facebook, μια φίλη, ένα φίλο και μια φωτογραφία)



Του Θέμη Τζήμα

Ο άνθρωπος του facebook και των λοιπών μέσων κοινωνικής δικτύωσης:
Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή που είναι διαπιστωμένη φιλοσοφικά και πρακτικά: το μέσο πολύ συχνά, αναλόγως κυρίως της επιρροής του καθίσταται και το μήνυμα. Στις κομματικές διαδικασίες για παράδειγμα όταν υπογράφαμε διάφορα συλλογικά κείμενα γνωρίζαμε πολύ καλά ότι σημαντικότερο ως προς το λήπτη της εν λόγω κίνησης από το ίδιο το περιεχόμενο του κειμένου ήταν ότι κάποιοι υπέγραφαν ένα κείμενο, όπως επίσης το ποιοί και πόσοι.
Κάθε φορά που κάνουμε μια ανάρτηση σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, εν προκειμένω στο
facebook- αλλά το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- στέλνουμε το μήνυμα ότι επιλέγουμε ως μέσο κοινωνικής συναναστροφής όποιου τύπου και επικοινωνίας το διαδικτυακό κόσμο αντί εκείνου της φυσικής επαφής- ζωντανής θα λέγαμε υπό άλλες συνθήκες αλλά πλέον είναι ασαφές τί σημαίνει επαφή δια ζώσης τουλάχιστον σε πολύ κόσμο.
Αυτονόητο θα πει κανείς. Ναι βεβαίως. Και καθόλου προβληματικό καταρχήν. Επίσης. Άλλωστε θα ήταν όντως οπισθοδρομικό να θέσουμε στεγανά σε έναν κόσμο επικοινωνίας, μετάδοσης πληροφοριών, διάδρασης και πολιτικής ζύμωσης ακόμα, που διευρύνεται, σε όρια πρωτοφανή μέχρι και λίγα χρόνια πριν.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις εξεγέρσεις της “αραβικής άνοιξης”- και όχι μόνο- τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατείχαν τόσο σημαντικό ρόλο στη διάδοση του καλέσματος για κινητοποιήσεις και για συντονισμό, που τα εκεί καθεστώτα προσπάθησαν επανειλημμένα να μπλοκάρουν το διαδίκτυο. Μπορεί κανείς ακόμα και να τα δει ως νέα είδη “πλατείας” που διευρύνουν τη φωνή του ρήτορα και άρα τη χωρητικότητα της δημοκρατίας, υπό όρους, για να θυμηθούμε και τους αρχαίους ημών προγόνους. Κάπου εδώ όμως αρχίζουν τα ζητήματα.
Όποιος έχει πάρει μέρος σε μια κομματική ή εν γένει πολιτική διαδικασία- ναι από αυτές που κάνουν πολλούς και πολλές να στραβομουτσουνιάζουν εδώ μέσα κι ας μην έχουν πάρει ουσιαστικά ποτέ μέρος σε καμία κι ας αγνόουν επίσης την αξία τους ακόμα και στις πλέον αλλοτριωμένες εκδοχές τους- γνωρίζει καλά ότι για να πείσεις ή να σε πείσουν πρέπει να επιστρατεύσεις ή να επιστρατεύσουν μια σειρά δυνατοτήτων του ανθρωπίνου νου και μάλιστα με τη μεγαλύτερη δυνατή οξυδέρκεια και με τον καλύτερο δυνατό συγχρονισμό.
Για να γίνει πιο ενδιαφέρον το πράγμα ας δούμε έναν άλλον παραπλήσιο με την πολιτική τομέα, αυτόν του φλερτ, της ερωτικής επαφής εν γένει. Στη φυσική επαφή πρέπει να επιστρατεύσεις το λόγο, την αντοχή να ακούς τον άλλον- ή να υποκρίνεσαι ότι τον ακούς, για να είμαστε ειλικρινείς- τη στάση του σώματος, τις κινήσεις, το βλέμμα, την αναπνοή και άλλες ανεπαίσθητες λεπτομέρειες που όμως συνθέτουν μια ολότητα.
Στην τηλεφωνική επαφή περιορίζονται σε μόλις δύο: στη χροιά της φωνής και στο λόγο. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όλες αυτές οι ικανότητες ατονούν και μένει μόνο μία: ο γραπτός λόγος, πολύ συχνά δε, ο συγκοπτόμενο και εντελώς αφαιρετικός λόγος που συμπληρώνεται με ρέπλικες των προαναφερθεισών ικανοτήτων που αναπτύσσουμε στη φυσική επαφή- “ΧΑΧΑ ή χαχα, lol, emoticons κλπ.
Δεν πρόκειται για απλή υποκατάσταση αλλά για προσομοιώση που σταδιακά υποκαθιστά το λόγο και τις ικανότητες που προϋποθέτει μια “πετυχημένη” ή αποτελεσματική ως προς το στόχο της φυσική επαφή και άρα σταδιακά για έναν ακρωτηριασμό της διαλεκτικής ικανότητας- διαλεκτική με την έννοια της συνολικής αλληλεπίδρασης με ένα άλλο υποκείμενο και αντικείμενο σε μια δεδομένη σχέση.
Ο ακρωτηριασμός αυτός λαμβάνει και άλλες διαστάσεις όμως: πίσω από την “πανοπλία” της απόστασης διαμορφώνεται μια δεδομένη πνευματική μαλθακότητα. Η πολιτική διαδικασία, ο έρωτας και οι άλλες ανθρώπινες σχέσεις- αναφέρομαι στις δύο ως τις κορυφαίες ίσως- περιέχουν ένα βαθμό σκληρότητας λόγω της άμεσης τριβής με ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται σε διαφορετικά είδη άμεσης κοινωνικοποίησης και οξύνει τις δυνατότητές του.
Η κυριαρχία αντίθετα της “αποστασιοποιητικής” εν τέλει απόστασης καθιστά τον άνθρωπο ολοένα λιγότερο κοινωνικό, μαλθακό και άρα φοβικό. Προτιμά να κάνει likes στο κείμενο κάποιου άλλου ή αντίθετα αλλά με την ίδια λογική να το κανιβαλίζει παρά να μιλά δημόσια, αναλυτικά, συντεταγμένα και ώριμα ο ίδιος. Να αναρτά φωτογραφίες άλλων παρά να συμμετέχει ο ίδιος σε μια κινητοποίηση. Να φλερτάρει από την ασφάλεια της ολιγόλεπτης έστω παύσης, παρά με το “άγχος”- δημιουργικό ωστόσο- να σκεφτεί άμεσα μια έξυπνη ατάκα. Να εκφράζει τα συναισθήματά του χωρίς να βλέπει πώς επιδρούν αυτά στον άλλον, που γίνεται ένα “virtual” πρόσωπο.
Αυτός ο άνθρωπος μετατρέπει το καθόλα χρήσιμο μέσο, σε μήνυμα δικής του αποστασιοποίσης από την ενεργή και μαχητική κοινωνικοποίηση. Δεν επαναστατεί, δεν εξεγείρεται, δε δρα και δεν εξελίσσεται. Αγάπα το laptop σου και φύλαγε το account σου σα να λέμε.
Η “νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου” της αντιδικτατορικής δράσης:
Πέρασε σε ένα παραπολιτικό και σε κανένα αφιέρωμα. Αντιγράφω από το “Έθνος”: ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ – ΕΘΝΟΣ:
«Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου»: Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το χτύπημα της ΕΣΑ στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και στις παράνομες πολιτικές οργανώσεις. Ήταν η νύχτα της 7ης προς 8η Μαΐου 1973, η περιβόητη «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου», όταν ένοπλοι ΕΣΑτζήδες συνέλαβαν περίπου 40 φοιτητές – στελέχη του κινήματος, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε ανάκριση με βασανιστήρια για περισσότερους από τρεις μήνες, μέχρι την αμνηστία του Αυγούστου. Μετά την κατάληψη της Νομικής η χούντα έκρινε ότι η Ασφάλεια είχε αποτύχει και ανέθεσε τον ρόλο της στην ΕΣΑ, η οποία απέτυχε επίσης. Λίγους μήνες αργότερα έγινε η κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν οι: Πόπη Βουτσινά, Ιωάννα Καρυστιάνη, Νικήτας Λιοναράκης, Μ. Σαμπατακάκης, Γ. Βερνίκος, Ν. Μπίστης, Αλ. Αλαβάνος, Μ. Παρασκευόπουλος, Στ. Τζουμάκας, Χρ. Λάζος, Δ. Μαυρογένης, Δ. Κωσταράκος, Α. Χάγιος, Γ. Φιλιππάκης, Γ. Μαθιανάκης, Β. Τσεκούρας κ.ά.”
Θα πουν κάποιοι: “ναι καλά και τί κάνανε μετά; αυτοί κατέστρεψαν την Ελλάδα” κλπ κλπ. Πρώτα απ’ όλα πρόκειται για ανιστόρητες συστημικές μπουρδολογίες. Είτε μελετήσει κανείς τη συγκρότηση της ελληνικής αστικής τάξης στη βάση θαλασσοδανείων από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους, είτε το λόγο χρέους- ΑΕΠ μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80- μιας και τελευταία όλοι μάθαμε την αρετή του να κάνεις στη χώρα σου ό,τι και ο Τσαουέσκου στη Ρουμανία όπου μηδένισε το χρέος- θα δει ότι κάθε άλλο παρά κατέστρεψαν την Ελλάδα όσοι βασανίστηκαν από τη χούντα επειδή επεδίωκαν δημοκρατία και ελευθερία, σε συνέχεια μακρόχρονων αγώνων για αυτούς τους σκοπούς του ελληνικού λαού.
Ευτυχώς μάλιστα που κάποιοι εξ αυτών έγιναν και υπουργοί ώστε να μη μας κυβερνήσουν μετά τη χούντα οι προδότες της Κύπρου, όπως πολλές φορές στο παρελθόν γινόταν- οι συνεργάτες των κατακτητών να ενδύονται το μανδύα του εθνικόφρονα και να επανέρχονται ως τιμητές των αγωνιστών της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Κάποιοι μάλιστα εξ αυτών ούτε περιουσία απέκτησαν, ούτε ποτέ έγινα αποδεκτοί από τα μεγάλα τζάκια του κυρίαρχου παρασιτικού και μεταπραττικού κατεστημένου.
Η ουσία όμως είναι διαφορετική: πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θα άντεχα όσο εκείνοι. Τα βασανιστήρια, τις φυλακίσεις, τις εξορίες και την καταθλιπτική βεβαιότητα ότι τα βάζεις με ένα πανίσχυρο κράτος, που κανείς δεν εγγυόταν τότε ότι θα πάρει το δρόμο του εκδημοκρατισμού που πήρε.
Δε νομίζω ότι κανείς τους ήταν εκπαιδευμένος στην αντοχή στα βασανιστήρια. Υποθέτω λοιπόν ότι αυτό που κινητοποιούσε και χαλύβδωνε την αντοχή- χωρίς να απαξιώνω όσους ανθρώπινα δεν άντεξαν- ήταν η πίστη στο σκοπό που σε υπερβαίνει και σε ενσωματώνει. Η κοινωνικοποίηση μέσα από και για αυτόν το σκοπό, όπως και για την ικανοποίηση της φυσικής ανθρώπινης ροπής προς μια τέτοια κοινωνικότητα. Δηλαδή μιας κοινωνικότητας που πέρα από αυτήν καθ’ εαυτήν την ηδονή της επαφής σε εντάσσει στο κέντρο της συλλογικής ιστορικής εξέλιξης. Και φυσικά η εσωτερική επαναστατικοποίηση που συνεπάγεται η συμμετοχή σε τέτοιους αγώνες και η οποία εκτείνεται σε μια σειρά τομέων της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς από τον έρωτα και τη μετάδοση γνώσης, μέχρι τη φιλία και την οικογένεια.
Σήμερα ξέρουμε ότι δεν υπάρχει χούντα αλλά υπάρχει ανελευθερία, που εκτείνεται σε μια σειρά επιπέδων και ίσως θα συμπεριλάβει και τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα κάποια στιγμή, αν η αστική τάξη αισθανθεί ότι κινδυνεύσει σε ό,τι αφορά το στρατηγική της προσέγγιση. Άλλωστε, ο εκφασισμός μιας κοινωνίας είναι πολύ χειρότερος μακροπρόθεσμα από μια συμβατική στρατιωτική δικτατορία διότι επενεργεί στη βάση της κοινωνίας και τη διαστρέφει μέχρι το μεδούλι.
Ο φοβικός και μαλθακός άνθρωπος της υποκατάστασης της φυσικής κοινωνικότητας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μοιραία παρασύρεται και αλέθεται εξαιτίας της αλλοτρίωσης που προκαλεί η -πλέον άμισθη- σκλαβιά και ο -όχι και τόσο- υφέρπων φασισμός.
Γι’ αυτό ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε μια νέα φάση κοινωνικοποίησης και μια νέα “σκληρή” κοινωνικότητα, που θα θέσει εν κινήσει συλλογικές διαδικασίες και θα δομήσει τα συνεπακόλουθα πρότυπα συμπεριφοράς και αλληλεπίδρασης. “Revolution will not be televised.” Ούτε θα μετρήσει likes στο facebook.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου