Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ο νεοφιλελευθερισμός έχει κυριαρχήσει στο λεξιλόγιό μας

Της Ντορίν Μάσεΰ

Σε μια πρόσφατη έκθεση, είχα μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με μια από τις νεότερες εργαζόμενες στην γκαλερί. Καθώς γύρισε την πλάτη της είδα ότι στο πίσω μέρος του t-shirt έγραφε: «Εξυπηρέτηση πελατών». Έμεινα έκπληκτη. Ολόκληρη η συζήτηση φάνηκε να καταρρέει, η εμπειρία μου από αυτή υποβιβάστηκε σε ένα είδος εμπορικής συναλλαγής. Η σχέση μου με την γκαλερί και με αυτό το ελκυστικό άτομο μετατράπηκε σε μια εργαλειακή, αγοραία ανταλλαγή.
Το μήνυμα που υπογραμμίζει αυτή η χρήση του όρου «πελάτης» για τόσα πολλά διαφορετικά είδη ανθρώπινης δραστηριότητας είναι ότι σε σχεδόν όλες τις καθημερινές μας δραστηριότητες ενεργούμε ως καταναλωτές σε μια αγορά –και αυτή η αλήθεια δεν έχει προκύψει τυχαία, αλλά μέσω στρατηγικών των μάνατζερ  και τη ριζική αλλαγή της ονομασίας των θεσμικών πρακτικών.
Η υποχρεωτική άσκηση της «ελεύθερης επιλογής» -ενός προϊόντος, ενός νοσοκομείου, των σχολείων για τα παιδιά κάποιου– γίνεται τότε, ταυτόχρονα, ένα μάθημα για τις κοινωνικές ταυτότητες, επιβεβαιώνοντας κάθε φορά την ταυτότητά μας ως καταναλωτές.
Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει μέρος της κοινής λογικής κατανόησης της ζωής. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την οικονομία είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική κατασκευή, όπως έχουν υποστηρίξει ο Stuart Hall, ο Michael Rustin και εγώ στο Soundings manifesto.
Μια άλλη λέξη που ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη κοινή λογική είναι η «ανάπτυξη», που επί του παρόντος θεωρείται ο συνολικός σκοπός της οικονομίας μας. Η παραγωγή ανάπτυξης και στη συνέχεια (ίσως) αναδιανομής μέρους αυτής, υπήρξε κοινός στόχος τόσο του νεοφιλελευθερισμού, όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Με μια πιο ωμή διατύπωση, αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία συνθηκών ώστε η αγορά να παράγει ανάπτυξη, την αποδοχή ότι  αυτό θα οδηγήσει στην ανισότητα, και, στη συνέχεια, ότι η αναδιανομή ενός μέρους αυτής της ανάπτυξης θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ανισότητας που έχει προκύψει από την παραγωγή της.
Ασφαλώς, αυτό δεν έχει σχέση με την αμφισβήτηση των μηχανισμών παραγωγής ανισότητας της ίδιας της αγοράς συναλλάγματος, και επίσης σημαίνει ότι οι κύριες γραμμές πάλης έχουν πολύ συχνά επικεντρωθεί κυρίως στα θέματα αναδιανομής. Επιπλέον, σήμερα ζούμε με τα απομεινάρια από τα περιορισμένα αναδιανεμητικά οφέλη που δημιουργήθηκαν από την εργασία στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη εξακολουθεί να θεωρείται ως απάντηση για τη λύση των προβλημάτων μας.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η τρέχουσα αντίληψή μας για τη δημιουργία πλούτου και η δέσμευσή μας στην ανάπτυξή του, πρέπει να τεθεί σε αμφισβήτηση, έχει να κάνει με την σχέση μας με τον πλανήτη. Η περιβαλλοντική καταστροφή που επέφερε η επιδίωξη ανάπτυξης απειλεί να προκαλέσει μια καταστροφή της οποίας βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα. Και η τρίτη –και ίσως πιο σημαντική– ατέλεια αυτής της προσέγγισης είναι ότι ο αυξανόμενος πλούτος, κυρίως όπως μετράται σήμερα σε σταθερούς νομισματικούς όρους, έχει ελάχιστες πραγματικές συνέπειες για τα αισθήματα των ανθρώπων γύρω από την ευημερία,  από τη στιγμή που υπάρχει μια επάρκεια κάλυψης των βασικών αναγκών, όπως συμβαίνει στη Βρετανία. Στη διαδικασία της επιδίωξης «ανάπτυξης» με αυτούς τους όρους, ως μέσο για την επίτευξη στόχων και επιθυμιών της ζωής των ανθρώπων, οι οικονομίες επιδιώκουν μια χίμαιρα.
Αντί για μια αδιάκοπη αναζήτηση της ανάπτυξης, γιατί να μην μπορούσαμε να θέσουμε στο τέλος το ερώτημα: «τι είναι μια οικονομία;», «τι θέλουμε να παρέχει;».
Οι τρέχουσες φαντασιώσεις μας, προσδίδουν στην αγορά και τις παρεμφερείς μορφές της ένα ειδικό βάρος. Σκεφτόμαστε την «οικονομία» υπό το πρίσμα των φυσικών δυνάμεων, ως κάτι εντός του οποίου έχουμε κατά καιρούς παρέμβει,  και όχι κάτι ως που αφορά μια ολόκληρη ποικιλία κοινωνικών σχέσεων που χρειάζονται κάποιο είδος συντονισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η «εργασία», για παράδειγμα, είναι κατανοητή με ένα πολύ περιορισμένο και εργαλειακό τρόπο. Όταν μόνο οι χρηματικές συναλλαγές αναγνωρίζονται ότι ανήκουν στην «οικονομία», το μεγαλύτερο μέρος της απλήρωτης εργασίας –όπως συμβαίνει στις οικογένειες και σε διάφορες τοπικές πραγματικότητες– δεν υπολογίζεται και δεν έχει αξία. Πρέπει να αμφισβητήσουμε  τη γνωστή κατηγοριοποίηση της οικονομίας ως ένα χώρο στον οποίο οι άνθρωποι εισέρχονται, προκειμένου να αναλάβουν απρόθυμα την ανεπιθύμητη και δυσάρεστη «εργασία», ανταλλάσσοντάς την με υλικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση.
Αυτή είναι μια άποψη που παρερμηνεύει το σημείο στο οποίο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση βρίσκονται στις ανθρώπινες ζωές. Η εργασία είναι συνήθως –και ασφαλώς πρέπει να είναι – μια κεντρική πηγή νοήματος και ικανοποίησης στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και έχει –ή θα μπορούσε να έχει– ηθικές και δημιουργικές (ή αισθητικές) αξίες στον πυρήνα της. Μια επανεξέταση της εργασίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε πιο δημιουργικά, τόσο τις κοινωνικές σχέσεις εργασίας, όσο και τον καταμερισμό εργασίας εντός της κοινωνίας  (συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης κατανομής της κουραστικής εργασίας, καθώς και των δεξιοτήτων).
Υπάρχουν ένα σωρό άλλα παραδείγματα που σπάνια εξετάζονται σε σχέση με το οικονομικό τους λεξιλόγιο, για παράδειγμα η συγκεντρωμένη δέσμη όρων γύρω από την επένδυση και τις δαπάνες –όροι που κουβαλούν μαζί τους έμμεση ηθική χροιά. Η επένδυση συνεπάγεται μια δράση, ακόμα και μια θυσία, που πραγματοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό προκαλεί ένα μελλοντικό θετικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η δαπάνη φαίνεται ως κάτι εξωγενές, ένα κόστος, ένα βάρος.
Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να επαναφέρουμε στο οικονομικό λεξιλόγιο την πολιτική διαμάχη και να αμφισβητήσουμε τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την οικονομία. Για να φανταστούμε κάτι νέο, πόσο μάλλον να γεννηθεί κάτι νέο, η τρέχουσα οικονομική «κοινή λογική» μας χρειάζεται να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση.
Πηγή: The Guardian
Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου