Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο είναι αθώο. H Hellenic Postbank όμως;

Του Μιχάλη Νικολακάκη

Ένα χέρι που τοποθετεί ένα νόμισμα σε ένα γουρουνάκι-κουμπαρά: αυτή ήταν η κυρίαρχη αναπαράσταση του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου για δεκαετίες. Τις τελευταίες μέρες όμως, το ΤΤ εμφανίστηκε ξανά στη δημόσια συζήτηση. Αυτή τη φορά ως αντικείμενο διαπλοκής και διαφθοράς, επιβεβαιώνοντας διαδεδομένες αντιλήψεις για την έκταση της διαφθοράς και επικυρώνοντας αντιπολιτικές απόψεις αναφορικά με τη «φυσική» και «αναπόφευκτη» ταύτιση συμφερόντων ανάμεσα στην πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας.
Χωρίς να αρνούμαι τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες που επενεργούν στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, θεωρώ ότι η τύχη του θεσμού και οι σημερινές εξελίξεις δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές έξω από τις κυρίαρχες οικονομικές αντιλήψεις που επικράτησαν στην Ελλάδα την περίοδο των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, του εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού και των παρεπομένων τους.
Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ξεκίνησε και λειτούργησε ως θεσμός κεντρικά ενθαρρυνόμνης και κατευθυνόμενης λαϊκής αποταμίευσης. Ως γνωστόν, ιδρύεται το 1900 στην Κρητική Πολιτεία. Με την Ένωση της Κρήτης μεταφέρει την έδρα του στην Αθήνα και βιώνει τις χρυσές του μέρες την περίοδο ακριβώς πριν τη Μεγάλη Οικονομική Κρίση του ’30, που θα σημάνει τη λήξη της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ο θεσμός καλείται να συμβάλει στην υλοποίηση μεγάλων δημοσίων έργων όπως αυτά που υπάγονταν στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας, η Λίμνη του Μαραθώνα κλπ. Την περίοδο εκείνη ο θεσμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το αίτημα του βενιζελικού αστικού εκσυγχρονισμού, δίνοντας απαντήσεις στα ζητήματα που προξενούσε η απουσία μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου, απαραίτητων για την προώθηση μεγάλων έργων σε συνεργασία του κράτους με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Το κράτος αναλάμβανε να ενθαρρύνει τη λαϊκή αποταμίευση και να τη διοχετεύσει στις κατευθύνσεις όπου οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της εποχής έκριναν σκόπιμο.
Η ιστορία του θεσμού ακολουθεί αντίστοιχη πορεία τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι δραστηριότητες του ΤΤ περιστρέφονται γύρω από τη δανειοδότηση δημοσίων έργων, καθώς και την αντιμετώπιση του οξύτερου προβλήματος που αντιμετωπίζει η μεταπολεμική Ελλάδα: την παροχή στεγαστικής πίστης για την «θεραπεία» του οικιστικού προβλήματος.
***
Η πορεία της ουσιαστικής αλλαγής των λειτουργιών του ΤΤ εκκινεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Είναι η εποχή που η λαϊκή αποταμίευση ενθαρρύνεται πολιτικά να κατευθυνθεί προς το Χρηματιστήριο, το οποίο αποτελεί πια τον θεσμό που κατεξοχήν συμβολίζει το νέο κυρίαρχο οικονομικό δόγμα. Αν μέχρι τότε το ΤΤ αποτελούσε μορφή συσσώρευσης κεφαλαίου προς κοινωνικά συνομολογημένους σκοπούς, η λειτουργία αυτή ατονεί και παρουσιάζεται ως αναχρονιστική. Σε μια απελευθερωμένη και διεθνοποιημένη αγορά χρήματος, η εκάστοτε πολιτική ηγεσία δεν έφερε πλέον το βάρος για τη δημιουργία εκείνων των μορφών εσωτερικής μικροσυσσώρευσης που θα εξυπηρετούσαν τις αναγκαιότητες της κοινωνίας και της οικονομίας. Η απεριόριστη επέκταση του τραπεζικού τομέα παρουσιαζόταν να δίνει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, γι’ αυτό και ο προτεινόμενος εκσυγχρονισμός του οργανισμού γίνεται μέσα από τη μετατροπή του το 2002 σε κανονική τράπεζα και το 2006 με την προώθηση της ιδιωτικοποίησής του διά της εισαγωγής του στο Χρηματιστήριο.
Μέχρι εδώ, η παραπάνω ιστορία δεν μιλάει για τη διαφθορά ενός δημόσιου οργανισμού μέσα από την επέμβαση των πολιτικών ελίτ. Κάνει λόγο όμως για τη μετατόπιση της πίστης των πολιτικών ελίτ από την ιδέα ότι το κράτος είναι επιφορτισμένο με τον ρόλο της συγκρότησης και λειτουργίας αναπτυξιακών θεσμών, προς την αντίληψη ότι όλα τα σημαίνοντα αναπτυξιακά ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν άπαξ και η αγορά χρήματος απελευθερωθεί.
Το 2008, χρονιά από την οποία εκκινεί το πόρισμα του εισαγγελέα των ημερών που διανύουμε, το ΤΤ μετονομάζεται σε Hellenic Post Bank, επεκτείνοντας τις δραστηριότητές του. Βασική καινούργια δραστηριότητα είναι η εμπλοκή του –και συνάμα η κατεύθυνση δυνητικών μικροαποταμιευτών– στην αγορά χρηματοπιστωτικών παραγώγων, προϊόντων που συνολικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έτεινε να αποφεύγει. Ταυτόχρονα, όπως μάθαμε πρόσφατα, ξεκινάει η παροχή δανείων χωρίς μηχανισμούς εξασφάλισης και εξέτασης της αναπτυξιακής σημασίας των διαφορετικών επενδύσεων. Μια νέα εποχή φαίνεται να ανατέλλει για τον θεσμό, καθώς οι συσσωρευμένες λαϊκές αποταμιεύσεις εξυπηρετούν τον αυτοσκοπό της ταχύτερης κυκλοφορίας του χρήματος, χωρίς να θεραπεύουν συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες.
Η τελική πώλησή του ΤΤ στην Eurobank το 2013, μέσω της διάσπασής του σε «καλό» και «κακό» τμήμα είχε ουσιαστικά επιταχυνθεί από το κούρεμα του PSI και την προηγούμενη επέκτασή του για την εξαγορά της Αspis Bank. Η εξέλιξη αυτή, όμως, δεν μπορεί να ερμηνευτεί απόλυτα ως αποτέλεσμα διαφθοράς και κακοδιαχείρισης. Κι αυτό γιατί, από τη μία, κατά την προηγούμενη περίοδο, αυτή της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, η διοχέτευση των δανείων προς συγκεκριμένες επενδύσεις ή καταναλωτικά δάνεια δεν εξυπηρετούσε κάποια αναπτυξιακή φιλοσοφία: αυτή καθαυτή η επιτάχυνση της διακίνησής τους αποτελούσε το πολιτικό σκεπτικό της ηγεσίας του οργανισμού. Και, από την άλλη, αν και ο οργανισμός παρουσιάστηκε ως ζημιογόνος για να επιταχυνθεί η συγχώνευσή του, αυτό εξυπηρετούσε μια ευρύτερη, ευρωπαϊκής πλέον κλίμακας, πρόθεση αναμόρφωσης των εθνικών τραπεζών προς την κατεύθυνση ενός πιο συγκεντροποιημένου, και άρα πολιτικά ελεγχόμενου, τραπεζικού συστήματος

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι το «αμαρτωλό τρίγωνο» (πολιτική εξουσία-τράπεζες-media) αποτελεί αποκύημα της υποτιθέμενης «λαϊκιστικής» ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε άλλο. Τα παραπάνω, ωστόσο, συνιστούν τις λογικές και απαραίτητες προϋποθέσεις για την εμπέδωση και την εμβάθυνση ενός τέτοιου τρόπου λειτουργίας νευραλγικών οικονομικών θεσμών πάνω στην κληρονομιά ενός πελατειακού κομματικού συστήματος. Αν τα αγνοήσουμε, κινδυνεύουμε να θεωρήσουμε ότι το σκάνδαλο του ΤΤ, θεσμού που κάποτε σχετιζόταν με τον δημόσιο τομέα, επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα απομάκρυνσης του Δημόσιου από οποιαδήποτε λειτουργία σχεδιασμού, συντονισμού και καθοδήγησης της οικονομίας – την ώρα που αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο: ότι, δηλαδή, η στιγμή που οι πολιτικές ελίτ στρατεύονταν στην κατεύθυνση της απόσυρσης του κράτους από τις οικονομικές του λειτουργίες ήταν και η στιγμή που η απεριόριστη πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα του κάθε καναλάρχη, μεγαλοεργολάβου ή εφοπλιστή νοηματοδοτούσε το κοινό σημαίνον του «δημοσίου συμφέροντος» με το πραγματικό περιεχόμενο της εξυπηρέτησης του εύκολου και αβασάνιστου πλουτισμού του μεμονωμένου επιχειρηματία.

Ο Μιχάλης Νικολακάκης είναι δρ κοινωνιολογίας, επιστημονικός συνεργάτης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου