Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Μονταζιέρες, νεοθατσερισμός και η στρατηγική της έντασης

Τον τελευταίο ενάμιση μήνα, από τα υπόγεια της Συγγρού και του Μεγάρου Μαξίμου ξεδιπλώνεται ένας βρώμικος πόλεμος έναντιον του αγωνιζόμενου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Αξιοποιώντας το ολιγόμηνο «μορατόριουμ κακών μαντάτων» που εξασφάλισε από την τρόικα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταλάβει όσο το δυνατόν καλύτερες θέσεις ενόψει του –διαφαινόμενου ζοφερού — 2013. Η επιχείρηση ξεδιπλώνεται σε τρία, προσώρας, μέτωπα· παρότι τα «παπαγαλάκια» των ΜΜΕ επιλέγουν να ομογενοποιούν τα πεδία της σύγκρουσης, εμείς θα πρέπει να τα διακρίνουμε, προκειμένου να προετοιμάσουμε τις αναγκαίες απαντήσεις.
Το πρώτο πεδίο είναι το χιλιοστό επεισόδιο της σαπουνόπερας «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Το χαρτί αυτό έχει ήδη καεί δημοσκοπικά, ενώ οι ερασιτεχνισμοί των «κοπτοραπτούδων» του Μαξίμου καταλήγουν ενίοτε σε φαιδρά αποτελέσματα, όπως, π.χ. στο μοντάζ των δηλώσεων Διαμαντόπουλου. Η προφανής σκοπιμότητα είναι η μετατόπιση της ατζέντας της επικαιρότητας σε λιγότερο βλαβερή, για την κυβέρνηση, θεματολογία και η παρέλκυση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέσεις άμυνας. Δεδομένου όμως ότι το χαρτί «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ» παρουσιάζει γεωμετρικά μειούμενη αποτελεσματικότητα σε επαναλαμβανόμενη χρήση, είναι ερώτημα το γιατί οι κυβερνώντες αποφάσισαν να το παίξουν τώρα. Αν αύριο καταρρεύσει η ΔΗΜΑΡ ή το ΠΑΣΟΚ και οδηγηθούμε σε
νέες εκλογές, στο Μαξίμου θα τραβάνε τα μαλλιά τους.
Το δεύτερο μέτωπο είναι η –θατσερικού τύπου– προσπάθεια εξουδετέρωσης των συνδικάτων. Είναι ακόμα νωρίς για αναλύσεις και αποτίμηση, όμως δύο σημεία όπου πρέπει να δοθεί προσοχή είναι τα εξής: Πρώτον, προκειμένου να προχωρήσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ορισμένα μάχιμα συνδικάτα θα πρέπει να απονευρωθούν. Δεύτερον, η κυβέρνηση –ορθά– τρέμει μια ενδεχόμενη «επί το ριζοσπαστικότερον» μεταστροφή της πλειοψηφίας στο επερχόμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτιος 2013). Ως εκ τούτων,  πρέπει να αναμένουμε ολοκληρωτική επίθεση σε σωματεία και ομοσπονδίες που εμπλέκονται στα παραπάνω.
Το τρίτο σημείο που χρήζει ανάλυσης είναι η αποκαλούμενη στρατηγική της έντασης, την οποία εγκαινίασε ο Ν. Δένδιας μέσα απ’ την επιχείρηση «Βίλλες Ανομίας». Εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα, κυρίως διότι οι κυβερνώντες βαδίζουν σ’ αχαρτογράφητα, γι’ αυτούς, μονοπάτια.
Από τα ιστορικά παραδείγματα και τη βιβλιογραφία προκύπτει πως η στρατηγική της έντασης ανακύπτει σε περιόδους ύφεσης της κινηματικής δραστηριότητας, έπεται δηλαδή  έντονων και συγκρουσιακών κινητοποιήσεων. Αυτό είναι, όντως, το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε, από τον Ιούνιο του 2012 κι έπειτα. Σ’ ετούτο το στάδιο, λοιπόν, όσοι, προερχόμενοι απ’ τα ριζοσπαστικά κομμάτια του κινήματος, θεωρούν εαυτούς ως τους πιο «αφοσιωμένους αγωνιστές», έρχονται αντιμέτωποι μ’ ένα οδυνηρό δίλημμα: Είτε θα πρέπει να γυρίσουν σπίτι τους είτε να επιλέξουν μορφές αγώνα λιγότερο εξαρτημένες από τη μαζική συμμετοχή και την ανοιχτή κοινωνική δράση. Κι εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το κράτος και οι εκάστοτε παρακρατικοί μηχανισμοί. Η στρατηγική της έντασης αποτελείται από τα εξής δομικά υλικά: προβοκάτσια, καταστολή (αστυνομική, νομοθετική και δικαστική), παραπληροφόρηση. Και ως μοναδικό στόχο έχει το να λύσει το δίλημμα των «αφοσιωμένων αγωνιστών», εξωθώντας τους στα άκρα. Μια επιτυχημένη στρατηγική της έντασης δημιουργεί ένα εφιαλτικό πεδίο μάχης, όπου όποιος δεν επιστρέψει γρήγορα γρήγορα στον καναπέ του, θα συρθεί σε μια ολοκληρωτική σύγκρουση με το κράτος και τις παραφυάδες του – και, φυσικά, θα χάσει. Ταυτόχρονα, οι –πάλαι ποτέ– σύμμαχοι του «αφοσιωμένου αγωνιστή», ανήμποροι να ακολουθήσουν την απότομη άνοδο του πήχυ της βίας, θα υποχρεωθούν να πάρουν αποστάσεις. Μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια για το κράτος — τουλάχιστον, στη θεωρία.
Η υπόθεση όμως ενδέχεται να εξελιχθεί με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο για την κυβέρνηση — οι μέχρι στιγμής χειρισμοί έχουν παράξει αμφίβολα αποτελέσματα. Παρότι η εκκένωση της Βίλλας Αμαλίας ήταν σημαντικό χτύπημα για τους αναρχικούς, οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν συσπείρωσαν σε πρωτοφανή βαθμό τις διάφορες συλλογικότητες του αντιεξουσιαστικού χώρου, επιτάχυναν τις εσωτερικές διαδικασίες ανασυγκρότησής τους, τους ανέδειξαν (στα αριστερά του πολιτικού φάσματος) ως αθώα θύματα της καταστολής και τους έδωσαν άφθονο μιντιακό χρόνο — εν ολίγοις, τους χάρισαν το μομέντουμ που είχαν χάσει εδώ και κάποια χρόνια.
Οι κίνδυνοι, όμως, παραμένουν: αν και οι αναρχικοί παίζουν έξυπνα μέχρι στιγμής, ελλείψει κεντρικής πολιτικής στρατηγικής κι ευπρόσβλητοι, καθώς είναι, στην προβοκάτσια, θα μπορούσαν εύκολα να βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο.
Οι μόνοι που δικαιούνται μέχρι στιγμής να πανηγυρίζουν για τις πολιτικές Δένδια είναι οι Χρυσαυγίτες. Όσο διαρκεί η στρατηγική της έντασης, η ατζέντα τους θα παραμένει νομιμοποιημένη στο σύνολο του πολιτικού τόξου που ξεκινάει από αυτούς και φτάνει μέχρι και τη ΔΗΜΑΡ. Δεν πρέπει να αγνοήσουμε, τέλος, τους κινδύνους ενός απρόβλεπτου περιστατικού, π.χ. μιας βόμβας, μιας δολοφονίας ή μιας ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Με δεδομένη την πολιτικοποίηση της ΕΛΑΣ, το ρευστό πολιτικό σκηνικό και τη συσσωρευμένη οργή στη βάση της ελληνικής κοινωνίας, οι Χρυσαυγίτες μπορούν να προσδοκούν ότι θα είναι αυτοί που θα δρέψουν τους καρπούς μιας ενδεχόμενης κοινωνικής απαίτησης για αποκατάσταση «του νόμου και της τάξης».  Χρειάζεται προσοχή, λοιπόν, από όλους, καθαρό μυαλό και στρατηγική σκέψη.
Ο Μάρκος Βογιατζόγλου είναι πολιτικός επιστήμονας (European University Institute, Φλωρεντία).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου