Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Υπερβολική δόση φότοσοπ

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Θα πρέπει να υπάρχει ένας περίπλοκος μηχανισμός, εξαιτίας του οποίου πρώην μανιώδεις καπνιστές γίνονται φανατικοί αντικαπνιστές, πρώην υπέρμαχοι των καταχρήσεων μεταμορφώνονται σε ιεροκήρυκες της εγκράτειας, και πρώην αντικομφορμιστές επιδίδονται, με ζήλο νεοφώτιστου, σε ασκήσεις νεοαντιδραστικού ύφους*.
Αυτός ο περίπλοκος μηχανισμός εξηγεί, πιθανότατα, γιατί ενώ ο ξένος Τύπος βοά για το βασανισμό των τεσσάρων συλληφθέντων στην Κοζάνη, στα Νέα της Παρασκευής ο Ηλίας Κανέλλης βρίσκει την ώρα να αποτίσει φόρο τιμής ...στους άνδρες των ΜΑΤ που, «χωρίς πόρους, και με μοναδικό μέλλον ένα γραφείο κι ύστερα τη σύνταξη, μόνο δηλαδή την επιβίωση, επί χρόνια ακούν καλοζωισμένους ‘απέναντι’ να τους βρίζουν και να τους περιφρονούν».
Προσπαθώ να θυμηθώ πότε και ποιος πρωτολανσάρισε στην Ελλάδα αυτό το απίθανο δακρύβρεχτο σχήμα – από τη μία οι εύρωστοι και καλοζωισμένοι αριστεροί, ‘το σύστημα’, που αποστρέφεται τους
μπάτσους (ιδεολογικά), και από την άλλη οι πραγματικοί προλετάριοι, τα ΜΑΤ, που όλοι τους υποβλέπουν, και που κανείς δεν αναγνωρίζει το κοινωνικό έργο που επιτελούν (και που εκτείνεται και πέραν της ιδεολογίας...).
Θυμάμαι λοιπόν τον Άδωνη Γεωργιάδη τον Δεκέμβρη του 2008, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Λίγο μετά το συμβάν, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ είχε απαγορεύσει στους βουλευτές του να εμφανίζονται στην τηλεόραση, προσπαθώντας να προλάβει προκλητικές δηλώσεις που θα ερέθιζαν περισσότερο τον κόσμο. Δεν κράτησε όμως πολύ η απαγόρευση, και τέσσερις μόλις μέρες αργότερα, ο τότε βουλευτής του ΛΑΟΣ δήλωνε, με το γνωστό σπασικλίστικο ύφος: «Κάποιοι που παίρνουν ένα και δύο και τρία εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, δεν μπορούν να βγαίνουν και να μας το παίζουν οι εκπρόσωποι της γενιάς των 700 ευρώ και να λένε να κατεβεί ο κόσμος να τα σπάσει, να κάνει πλιάτσικο. Εντάξει; Και να πω και κάτι άλλο. Η γενιά των 700 ευρώ είναι και τα ΜΑΤ».
Για νά΄ μαστε δίκαιοι, μιμούμενος το χτεσινό Γεωργιάδη και τον σημερινό Κρανιδιώτη, ο Κανέλλης δεν είναι ο μόνος που ανανεώνει και οικειοποιείται θεματικές της ακροδεξιάς, βαφτίζοντάς τες στους (πολιτισμικούς) κώδικες ενός παρελθόντος που σήμερα επιβιώνει αποκλειστικά ως πόζα σινεφίλ. Ενώ λοιπόν ο ξένος Τύπος βοά για βασανιστήρια, άλλη μια αποκαμωμένη ριζοσπάστρια βρίσκει κι αυτή την ευκαιρία να τα βάλει με το «σύστημα», υποκύπτοντας στην ακροδεξιά κοινοτοπία της πολιτισμικής ηγεμονίας της Αριστεράς: «Στην Ελλάδα», μας ενημερώνει η Σώτη Τριανταφύλλου, «έχουμε σοβαρό πρόβλημα παιδαγωγικής». Και συνεχίζει, αχρηστεύοντας ανέμελα το μισό θεωρητικό έργο της Άννας Φραγκουδάκη, εξηγώντας μας δηλαδή ότι «την αυταρχική εκπαίδευση διαδέχτηκε η αριστερο-αναρχική», εξ ου οι ληστείες στο Βελβεντό και ο διάχυτος αντιμπατσισμός. Κάπως έτσι, όμως, δεν το βλέπουν και κάποιοι από τους πιτσιρικάδες που χαιρετούν ναζιστικά σε διάφορα λύκεια της χώρας; Αυτή η διάσταση δεν μοιάζει να απασχολεί το κοινό της Athens Voice, εξ ου και η εκ του προχείρου κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης την προσπερνά διακριτικά.
Δεν χρειάζεται, νομίζω, περισσότερη εξήγηση: Η υπεράσπιση της Αστυνομίας όταν αυτή κάνει βασανιστήρια, και η καταγγελία της εκπαίδευσης ως αναρχοκρατούμενης διότι «βγάζει τρομοκράτες», μαρτυρούν πόσο έχουν μειωθεί πια οι αποστάσεις πρώην αριστερών, που σήμερα αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, από την κάθε ακροδεξιά - πόσο δηλαδή οι πρώτοι είναι εξοικειωμένοι με τους κοινούς τόπους της τελευταίας. Δεν πρόκειται, δυστυχώς, για καμιά μεγάλη ανακάλυψη. Οι μέρες της κυβέρνησης Παπαδήμου έσπασαν πολλά ταμπού, και το διαπιστώσαμε αυτό με πολλές αφορμές - πιο πρόσφατα δε, στη συζήτηση για το Πολυτεχνείο, όπου η χρυσαυγίτικη θεματική του μύθου του Νοέμβρη θεωρητικοποιήθηκε ενθουσιωδώς από τους νέους αντιδραστικούς.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δευτερεύουσα όψη στις τάσεις αυτές, που όμως δεν είναι ασήμαντη. Είναι ο αφόρητα προσχηματικός μεταρρυθμισμός των λεγόμενων «μεταρρυθμιστών». Τη στιγμή που για πολλοστή φορά αποδεικνύεται ότι η Ελληνική Αστυνομία κάνει βασανιστήρια, το λογικό για έναν μεταρρυθμιστή θα ήταν να καταγγείλει τη συντεχνία που τα καλύπτει και που τα θεωρεί εσωτερική της υπόθεση. Αν ήταν συνεπής προς τις απόψεις του, ο μεταρρυθμιστής της ιστορίας μας θα εξεγειρόταν διαβάζοντας ότι η Αστυνομία αξιώνει να μην ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο, με το ατράνταχτο επιχείρημα ότι καμιά άλλη δημόσια υπηρεσία δεν υπόκειται σε ανεξάρτητο έλεγχο. «Αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε», θα έπρεπε να πει (και) εδώ –και να εισηγηθεί τη θέσπιση ανεξάρτητων οργάνων για την αυθαιρεσία δημοσίων υπαλλήλων, από το ΙΚΑ μέχρι τη ΓΑΔΑ.
Όμως όχι. Αντί του στοιχειώδους αυτού μεταρρυθμισμού, οι σημερινοί «μεταρρυθμιστές» προτιμούν την απολογία του υπάρχοντος: το εγκώμιο σωμάτων που βασανίζουν, και άλλων, για τα οποία ο Χρήστος Παπουτσής δήλωνε προ διετίας πως θα προτιμούσε να διαλυθούν, απ’ το να θέτουν κάθε τόσο σε κίνδυνο τη δημοκρατία. Ο τότε υπουργός, βέβαια, μία που το’πε και μια που το ξέχασε. Οι «μεταρρυθμιστές» της ιστορίας μας, όμως, πάντα πρόθυμοι να καταγγείλουν τα κακώς κείμενα του ελληνικού κρατισμού, στην περίπτωση των βασανισμών το ρίχνουν στο τσάμικο και απλώς εκλογικεύουν τη φρίκη. Φαίνεται πως όταν πρόκειται για τους πραγματικούς προλετάριους των 700 ευρώ (μίλησε μήπως κανείς για κρατικό μηχανισμό;), προτιμούν τα ιδεολογικά δάνεια από την ακροδεξιά. Aρκεί να τη σπάσουν σ’ αυτόν τον κακομούτσουνο τον ΣΥΡΙΖΑ.
* Το φαινόμενο δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, βλ. Maurice T. Maschino, «Les nouveaux réactionnaires», Le Monde Dplomatique, Οκτώβριος 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου