Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Νεοφιλελευθερισμός και βλακεία, του Χρήστου Λάσκου

Παρακολουθούσα το πρωί της Παρασκευής την εκπομπή της Τσαπανίδου, στη διάρκεια της οποίας ένας νεοφιλελεύθερος μαχητής για την απελευθέρωση της τελευταίας σοβιετικής επαρχίας της Ευρώπης, δημοσιογράφος κατά δήλωσή του, επιχειρηματολογούσε την αυτονόητη θέση πως η ελληνική κρίση είναι αποκλειστικά και μόνο συνέπεια του μεγάλου ελληνικού κράτους. Το πράγμα ήταν βαρετό μέχρι τη στιγμή που ο ταλιμπάν έφερε ως απόδειξη το γεγονός πως στα αθηναϊκά σχολεία οι τάξεις αποτελούνται από 5 μαθητές εκάστη, έτσι ώστε οι πληθωρισμένοι εκπαιδευτικοί να δικαιολογούν την ύπαρξή τους!
Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει απλώς πως πρόκειται περί βλακός εγκαταστημένου στην κοσμάρα του. Ένας φανατικός ηλίθιος με πατέντα ακόμη. Και μπορεί πράγματι να ισχύει στην περίπτωσή του. Γενικά, ωστόσο, η εκτεταμένη διάχυση πρόδηλα (;) ψευδών ειδήσεων και στατιστικών τερατολογιών δεν οφείλεται στη βλακεία, αλλά παράγει βλακεία. Είναι μια συστημική
δημιουργική δραστηριότητα με σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα αν αναλογιστεί κανείς πως σε μια χώρα όπου το 75% είναι, έστω κι αν δεν το ξέρει, στη γραμμή ΣΥΡΙΖΑ –παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πλήρη ανατροπή πολιτικής με κατάργηση των μνημονίων- τα 2/3 του πληθυσμού θεωρούν θετικές τις ιδιωτικοποιήσεις. 
Βεβαίως, το συγκεκριμένο ελλαδικό κράτος είναι μνημείο αντικοινωνικής συμπεριφοράς συχνά. Βεβαίως, επίσης, ένα τμήμα όσων απαντούν σχετικά στις δημοσκοπήσεις ξέρει εξ ιδίων πόσο το πελατειακό κράτος φρόντισε, σε καλύτερους καιρούς, να ικανοποιεί ορισμένες ατομικές ιδιοτέλειες –και αυτών των ιδίων. Από αυτό το σημείο, ωστόσο, μέχρι την ιδέα πως το ιδιωτικό είναι η λύση υπάρχει κολοσσιαία απόσταση. Και μαζί ένα προφανές λογικό σφάλμα: δεν μπορεί, δεδομένου πως όλες οι μορφές διαφθοράς βασίζονται σε κάποιο είδος ιδιοτέλειας, να στοχεύεις στη διεύρυνση της «αγοράς», που σημαίνει αυτονόητα και διεύρυνση της ιδιοτέλειας. Πώς είναι δυνατό να πολεμήσεις την ιδιοτέλεια με ιδιοτέλεια;
Η προσφυγή στο αόρατο χέρι του Σμιθ δεν λύνει την αντίφαση στο μέτρο που ο μεγάλος Σκωτσέζος ήθελε πολλή δημόσια παρέμβαση σε όλα τα ουσιώδη για την ανθρώπινη ευτυχία πράγματα –κι ας το αποκρύπτουν συστηματικά οι ταλιμπάν.
Ας το έχουμε καλά στο μυαλό μας. Οι πελατειακές σχέσεις δεν συνιστούν μόνο μια μορφή οικονομικής συναλλαγής. Κυρίως είναι μια ολόκληρη κουλτούρα, που βασίζεται στις ατομικές αξίες και περιθωριοποιεί, λοιδορώντας κυνικά, αυτές της συλλογικότητας και του δημοσίου συμφέροντος. Μια κουλτούρα μαφίας, μια κουλτούρα, δηλαδή, καθαρού καπιταλισμού.
Γι’ αυτό κιόλας η συζήτηση για τη διαφθορά δεν γίνεται ποτέ επί της ουσίας. Κι έτσι, επιπλέον,  δεν γίνεται γνωστό πως στα χρόνια του ’50 και του ’60, στα χρόνια της μεγαλύτερης δημόσιας οικονομικής παρέμβασης στην ιστορία του καπιταλισμού και του συγκεκριμένου ταξικού συσχετισμού που την επέβαλλε, η πραγματική διαφθορά ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι στα χρόνια της ENRON, της Barings και του Bernie Madoff.
Και ο πιο «επιστημονικός» τρόπος, ώστε η συζήτηση να μη γίνεται επί της ουσίας, είναι τα… μαθηματικά. Αν δεν θέλεις να συζητήσεις για την συγκεκριμένη καπιταλιστική διαφθορά αξιοποιείς «Δείκτες και Κλίμακες Αντίληψης της Διαφθοράς», βγάζεις εκατοστή στην κατάταξη την Ελλάδα και ιδού η απόδειξη του ελλαδικού σοβιετισμού. Βάζει η Καθημερινή ή και το Πρώτο Θέμα -ή η Εσπρέσσο ανάμεσα σε κώλους- το πινακάκι και κόπηκε η λαλιά σε όλους τους αντιπάλους της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν λες, βέβαια, γιατί δεν φτάνει ο χώρος ανάμεσα στους κώλους, πως οι σχετικοί δείκτες δεν μετρούν τη διαφθορά, αλλά την αντίληψη για τη διαφορά σε μια χώρα.  Που σημαίνει ότι μετρούν τα στερεότυπα κατασκευάζοντάς τα την ίδια στιγμή που τα μετρούν. Κι επειδή, αν και τίποτε δεν το αποδεικνύει, η διαφθορά είναι αρνητικά συσχετισμένη με την «οικονομική ελευθερία», σύμφωνα με τους ταλιμπάν, το κυκλικό επιχείρημα ολοκληρώνεται.
Τι είναι «οικονομική ελευθερία» κατά τα εγχειρίδια; Χμ, δεν μπορεί εύκολα να οριστεί, ξέρουμε, όμως, τι την πλήττει. Χωρίς αμφιβολία, η αυστηρότητα της εργατικής νομοθεσίας, το ύψος του κατώτατου μισθού, οι περιορισμοί στις απολύσεις υποβιβάζουν την θέση μιας χώρας στην κατάταξη της οικονομικής ελευθερίας. Και, συνεπώς, η απόλυτη οικονομική ελευθερία σημαίνει καμία εργατική νομοθεσία, μηδενικός κατώτατος μισθός και πλήρης απελευθέρωση των απολύσεων –προφανώς χωρίς αποζημίωση.
Σταματάω εδώ. Νομίζω πως έγινα κατανοητός. Και λέω πως είναι λάθος να νομίζουμε πως η αγάπη των Chicago Boys προς τον Πινοσέτ ή τον Ντενγκ Χσιάο Πινγκ ήταν συμπτωματική. Η Χιλή και η Κίνα είναι το όραμά τους τότε και τώρα. Γι’ αυτό κιόλας αυτή η κατάσταση, που «χούντα δεν είναι και δημοκρατία δεν λέγεται», μπορεί σύντομα και χούντα να είναι. Μεταμοντέρνα, πλαστική και δικτυωμένη, αλλά πάντως χούντα.

 http://www.alterthess.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου