Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

ευγνωμοσύνη

Μπαίνοντας σπίτι, τους ακούω να συνομιλούν στην είσοδο του φροντιστηρίου δίπλα. Αυτή κρατώντας το σκυλί της, λέει: «ε δηλαδή τί; Σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω; Ε όχι, θα παλέψω». Αυτός απαντάει: «Να πολεμήσεις δηλαδή για τα δικαιώματα του υπάλληλου και του εργάτη; Πώς δηλαδή; Αφού δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχει τίποτα. Τί να δώσει;Δεν γίνεται.»



Το σκηνικό σε μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο. Βρήκε μια δουλειά, 350 ή 400 ευρώ, μαύρα. Στο ανακοινώνει. Είσαι αμήχανος, γιατί δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Είχε ζόρια, χρειαζόταν τα χρήματα. Πες μπράβο, πες ωραία, γιατί δεν λες; Δείξε τη χαρά σου ρε, γιατί δε τη δείχνεις; Τα χρήματα είναι λίγα, οι ώρες αρκετές ή πολλές, μένει στο νοίκι, τα έξοδα τρέχουν, να πάμε και για κανένα ποτό κάποια στιγμή. Τι να φτάσει; Πώς να χαρείς;
Η κυβέρνηση, τα μίντια, ο διπλανός στην πολυκατοικία και καμιά 60αριά διανοούμενοι πρώτης γραμμής σου λένε, πως άμα σου δώσουν 400 ευρώ για να ζήσεις θα πρέπει να λες ευχαριστώ. Θα πρέπει να δουλεύεις, να προσπαθείς, να είσαι συνεπής με τις υποχρεώσεις σου, να στύβεις την πέτρα, να είσαι αισιόδοξος, άμα χρειαστεί να είσαι καινοτόμος και ευέλικτος. Να μη ζεις πάνω απ’ τις δυνατότητές σου. Πόσες είναι οι δυνατότητές σου; 400 ευρώ. Ε θα ζεις ως τα 400 ευρώ. Αυτές οι δυνατότητες αυτή και η ζωή σου.
Σου λένε ότι τέτοιες είναι οι συνθήκες, άρα να λες ευχαριστώ. Να είσαι ευγνώμων που έχεις 400 ευρώ, κάποιο ελεύθερο χρόνο, μία απάντηση στο πού βρίσκεσαι τώρα των γνωστών. Να είσαι ευγνώμων γιατί είσαι ζωντανός, ζόμπι αλλά ζωντανός, δούλος αλλά ζωντανός, χωρίς επιθυμίες αλλά ζωντανός, χωρίς ζωή αλλά ζωντανός.

“so to cure you they must kill you”

Ποτέ δεν καταλάβαινα τους θιασώτες της παραγωγικότητας και της προκοπής. (μόνη ίσως θετική νοηματοδότηση της προκοπής: Ως προκοπή αντιλαμβάνομαι ένα ωραίο Κυριακάτικο τραπέζι και φίλους χορτάτους και μεθυσμένους. Άρα, προκομμένοι εμείς που τους δεξιωθήκαμε). Αλλά τώρα πια δεν μπορούμε να κάνουμε τη συζήτηση για την ουσία της παραγωγικότητας και τι αυτή τελικά σημαίνει για το πώς ζούμε. Τώρα πρέπει να λέμε απλά ευχαριστώ. Άλλωστε, το αμέσως επόμενο μεγάλο σκάνδαλο του καιρού θα είναι να απορρίπτεις προτάσεις εργασίας. Να μην θες να μπεις/επιστρέψεις στην εταιρεία. Να μην θες να βάλεις τη στολή της ειδικής οικονομικής ζώνης. Απαπα. Απαγορεύονται τέτοιες κουβέντες. Απαγορεύονται. Να κάνεις τη δουλίτσα για τα 400 ευρώ. Δεν βλέπεις ότι έχουμε κρίση; Δεν βλέπεις πώς είναι οι συνθήκες; Δεν επιτρέπεται πλέον κριτική στην εντατική εργασία, δεν επιτρέπεται αμφισβήτηση της ανάπτυξης. Εδώ για 400 ευρώ θα πρέπει να κάνεις υπόκλιση στον κύριο εργοδότη, για ποιό όχι μιλάμε;

«το πρόβλημα είναι ότι ξεκινήσαμε ως κομμουνιστές και καταλήξαμε αντιφασίστες»

Ο αντιφασισμός ως άδειο κέλυφος. Ο αντιφασισμός του Μπίστη και του μέγκα τσάνελ. Ο αντιφασισμός που δεν σημαίνει τίποτα, δεν ζητάει τίποτα, δεν βρίσκει τη βάση του πουθενά.

Η ζωή η ίδια ως άδειο κέλυφος.

Ευχαριστούμε τον κύριο εργοδότη για τα μαύρα 400 ευρώ, ευχαριστούμε τον κύριο εργοδότη για την εξαήμερη εργασία, ευχαριστούμε τον κύριο Βενιζέλο για τον αντιφασιστικό αγώνα, ευχαριστούμε το μέγκα τσάνελ για όλα.
Οι συνθήκες καθορίζουν τα πάντα. Τώρα υπομονή και πάλι υπομονή. Κάποιος θα σε ανταμείψει τόσο όσο να πληρώσεις ένα μέρος των υποχρεώσεών σου. Κάποιος θα σε βοηθήσει να φας κάτι, να μείνεις κάπου, αλλά πού; Πού είναι αυτό το σπίτι που αφήνει αρκετά ρέστα απ’ τα 400 ευρώ; Για ζωή, ευτυχία, ελευθερία ούτε λόγος. Δεν είναι ο καιρός τέτοιος. Πιες αλλά όχι πολύ, βγες αλλά όχι πολύ, γύρνα στο πατρικό σου, φύγε έξω, κάνε κάτι. Τόσο όσο.
Στις ειδικές οικονομικές ζώνες η συναίνεσή σου θα ζητηθεί για μια σειρά από θέματα. Χαμηλοί μισθοί, οικολογική καταστροφή, κατάρρευση. Μετά τη συναίνεση θα πρέπει να έρθει και η ευγνωμοσύνη.
Στην πλατεία Κοραή ο τοξικοεξαρτημένος – άστεγος επανέρχεται. Γιατί με κοιτάς έτσι, από πού είσαι εσύ; ρωτάει την κυρία που μάλλον κοιτούσε επίμονα ή και αποδοκιμαστικά. Μου κάνει εντύπωση η ερώτηση, αυτό το από πού είσαι εσύ; το έχω πει εκνευρισμένος σε ένα μπάτσο κάποτε, νομίζω στις 12 Φλεβάρη. Τότε μόλις το ξεστόμισα, γέλασα κατευθείαν με τον εαυτό μου. Τί εννοούσα άραγε μες στην τσαντίλα; Όχι φυσικά την καταγωγή του. Ότι δεν είναι απ’ την ίδια πραγματικότητα με μας; Ότι δεν μεγάλωσε στην ίδια πόλη με μας; Δεν είδε τους ίδιους δρόμους και τα ίδια αυτοκίνητα;
Η ανάγκη και οι συνθήκες. Φυσικά και θα δουλέψουμε κάποτε για 400 ευρώ, αλλά δεν είμαστε ζόμπι, τρομαγμένοι ναυαγοί σε άγνωστο τόπο. Ξέρουμε και τον κύριο εργοδότη και τον κύριο τηλεοπτικό αντιφασίστα. Ξέρουμε ότι δεν είμαστε ευγνώμονες. Μπορούμε να δούμε το ψέμα στη φράση «μη ζείτε πάνω απ’ τις δυνατότητές μας». Μπορούμε να μην μπερδεύουμε τη ζωή με την παραγωγικότητα και το χρόνο με την εργασία. Μπορούμε να αρνηθούμε αν χρειαστεί να σώσουμε κάτι απ’ τον εαυτό μας. Ξέρουμε ότι μπορούμε να σταματήσουμε την κανονική ροή των πραγμάτων.


Ξέρουμε ότι στην οδό Φιλιππίδου, στο κέντρο της Αθήνας, ένα χέρι θυμάται την ειρωνεία, τη λύσσα και τη χαρά που οι συνθήκες αδυνατούν να χωρέσουν. Ένα ειρωνικό σύνθημα, με κάποιο αλλόκοτο τρόπο, μου θυμίζει, πρωί στην Κυψέλη, ότι αυτό που αποκαλούμε συνθήκες και που επιχειρεί να καθορίσει τη ζωή σου, αναπόφευκτα θα πρέπει κάποια στιγμή να συγκρουστεί με τις πιο σφοδρές σου επιθυμίες. Και αυτή η μάχη δεν έχει ακόμη κριθεί.
Κάτω από ένα από τα δέντρα που – ελπίζω – δεν θα ‘ναι από τα τελευταία θα χαρώ να κοιτάω κάποτε την παραγωγικότητα, ως έννοια και ως πραγματικότητα, να αυτοκαταργείται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου