Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

«Άμα η όρνιθα αρχίσει να λαλεί εσύ ως πετεινός σφάξε την αμέσως *», της Αλίκης Κοσυφολόγου

Στις 25 Ιουνίου του 1981 κυκλοφόρησε στην Αθήνα για πρώτη φορά μία προκήρυξη αναφορικά με το θέμα του βιασμού, η οποία καλούσε γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης σε διαδήλωση το ίδιο βράδυ με συνοδεία φακών και κεριών. Το κείμενο συγκεκριμένα ανέφερε «Όχι στη βία και τους βιασμούς. Γυναίκες, είναι δικαίωμά μας να κυκλοφορούμε άφοβα τη νύχτα. Η πόλη είναι και δική μας».. Μερικά από τα συνθήματα που ακούστηκαν εκείνο το βράδυ καταγράφηκαν ως εξής: «Κάθε γυναίκα μπορεί να βιαστεί, γυναίκες καταγγείλτε το βιαστή» και «Ο τύπος μας βιάζει καθημερινά, ο τύπος μας βιάζει ακόμα μια φορά». Οι πληροφορίες για την συμμετοχή στην συγκέντρωση είναι κάπως συγκεχυμένες ωστόσο εκτιμάται ότι τελικά η προσέλευση ήταν αρκετά ικανοποιητική και δεν εξαντλούνταν στα μέλη των φεμινιστικών συλλογικοτήτων που την καλούσαν. Tον Δεκέμβριο του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε πορεία για τον ομαδικό βιασμό που αποκαλύφθηκε στου Φιλοπάππου. Την πρωτοβουλία για την διοργάνωση αυτής της διαμαρτυρίας είχαν αναλάβει η Γυναικεία ομάδα πρωτοβουλίας ενάντια στη βία και τους βιασμούς με την συνδρομή κι άλλων αυτόνομων φεμινιστικών ομάδων καθώς και της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών.
Η διοργάνωση αυτών των δημόσιων εκδηλώσεων υπήρξε καρπός μιας προσπάθειας μετωπικής οργάνωσης των επιμέρους φεμινιστικών ομάδων και συλλογικοτήτων αναφορικά με το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών καθώς και των βιασμών. Ήδη από το καλοκαίρι του 1980 είχε δημιουργηθεί το Συντονιστικό Γυναικείων Ομάδων, που αποτέλεσε την πρώτη Γυναικεία Ομάδα για τη Βία και τους Βιασμούς η οποία φιλοξενούνταν στο Σπίτι των Γυναικών της Αθήνας μέχρι και το 1981. Με κοινό τους σπίτι λοιπόν τα «ζωηρά» πολιτικά Εξάρχεια των αρχών της δεκαετίας του ογδόντα αριστερές ριζοσπάστριες φεμινίστριες (ενταγμένες ή μη σε κόμματα της Αριστεράς) καθώς και άλλες αυτόνομες φεμινιστικές συλλογικότητες εισήγαγαν για πρώτη φορά ένα οργανωμένο πλαίσιο για την επεξεργασία του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών και των βιασμών. Η διαχρονικότητα του φαινομένου, η μελέτη του διαταξικού χαρακτήρα του, ο ρόλος της οικογένειας καθώς και του εκπαιδευτικού θεσμού στην καλλιέργεια και αναπαραγωγή των προϊδεάσεων και στερεοτύπων για του έμφυλους ρόλους καθώς και οι τυπικές προϋποθέσεις που ίσχυαν τότε για την καταγγελία του βιασμού στις αρχές (κατάθεση στην αστυνομία, ιατροδικαστική εξέταση, δική, δημοσιότητα στον τύπο) αποτελούσαν ορισμένα από τα κεντρικά θέματα της συζήτησης που διεξαγόταν. Ανάλογες σημαντικές πρωτοβουλίες συλλογικής δράσης φεμινιστικών ομάδων ή οργανώσεων εντός του κινήματος υπήρξαν στην Θεσσαλονίκη και στα Χανιά.
Οι δραστηριότητες αυτές, οι οποίες βρέθηκαν στο περιθώριο της οργανωμένης συλλογικής δράσης της Αριστεράς (παρά το ότι στις περισσότερες από αυτές τις πρωτοβουλίες κομβικό ρόλο διαδραμάτιζαν γυναίκες στελέχη της Αριστεράς), αν και δεν κατόρθωσαν να πυροδοτήσουν ένα μαζικό φεμινιστικό κίνημα με την αιχμή της εξάλειψης όλων των όψεων της έμφυλης βίας της καθημερινότητας πέτυχαν να έχουν σημαντική κοινωνική γείωση και να διαμορφώσουν προϋποθέσεις για την μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση των φεμινιστικών αιτημάτων, μεταξύ άλλων και αυτού της αναγνώρισης του δικαιώματος των γυναικών στη νόμιμη άμβλωση.
Μερικές δεκαετίες μετά και παρά τις όποιες θεσμικές εγγυήσεις για την κοινωνική ισότητα (στην κατοχύρωση των οποίων αναμφίβολα συνέβαλαν αυτά τα κινήματα) οι διαφορετικές εκδοχές έμφυλης βίας παραμένουν ορατές και απειλητικές για γυναίκες ανεξαρτήτως καταγωγής ταξικής ή φυλετικής καθώς και για τα μέλη της lgbtqi κοινότητας. Μιλώντας για την περίπτωση της Ελλάδας, είναι βέβαιο πως οι συνθήκες της βαθειάς κοινωνικής κρίσης που ο νεοφιλελευθερισμός δημιούργησε συνέβαλαν στην περαιτέρω ενίσχυση και στον πολλαπλασιασμό των μορφών έμφυλης βίας που ασκούνται καθημερινά. Ταυτόχρονα ο αναβαθμισμένα αυταρχικός χαρακτήρας του κράτους που εύκολα συνυπάρχει με την στρατηγική πλήρους διάλυσης των δομών κοινωνικής πολιτικής (βλ. απαξίωση των δομών για την οργανωμένη αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών), όπως και η επιθετική παρουσία της ακροδεξιάς στον δημόσιο χώρο και οι αυξημένη ορατότητα των «παρεμβάσεων» της από το 2012 κι έπειτα επίσης επιδρούν στην διεύρυνση και διατήρηση ενός πεδίου ανοχής στην έμφυλη βία με δημόσιο χαρακτήρα. Οπωσδήποτε, γεγονότα όπως η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών την άνοιξη του 2012, ως μία πράξη φυσικής και συμβολικής βίας στην οποία ενεπλάκησαν θεσμοί του κράτους, η αστυνομία, εκπρόσωποι του ιατρικού κλάδου καθώς και ορισμένα ΜΜΕ, αλλά και όπως η επίθεση του Η. Κασσιδιάρη στις υποψήφιες βουλεύτριες της Αριστεράς Λ. Κανέλλη και Ρ. Δούρου σε τηλεοπτική εκπομπή κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2012 αποτέλεσαν κρίσιμες στιγμές υλικής έκφρασης της έμφυλης βίας ως αξιακού θεμελίου της πατριαρχίας.
Τα συνθήματα που ακούστηκαν κατά την πρώτη δημόσια εμφάνιση του Κασσιδιάρη μετά το περιστατικό που συνέβη στην εν λόγω εκπομπή –Εμπρός Ηλία βάρα την Λεσβία– αλλά και η δημόσια τοποθέτηση του Λοβέρδου από τη θέση του Υπουργού Υγείας τότε, αναφορικά με τους κινδύνους που διατρέχουν οι άνδρες οικογενειάρχες από τις εκδιδόμενες γυναίκες λειτούργησαν προς την επίρρωση αυτού του κλίματος. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το πρώτο είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το εν λόγω σύνθημα όχι μόνο νομιμοποιεί ιδεολογικά τη βία σε βάρος των γυναικών αλλά αναδεικνύει με έμφαση τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γυναικών ως λόγο που επιτάσσει την χρήση βίας για την πειθάρχηση και συμμόρφωση τους με το ετεροκανονικό πρότυπο έμφυλων σχέσεων.
Όχι μικρής σημασίας είναι και οι μορφές σεξισμού που εκδηλώνονται ενίοτε από μέλη των ειδικών σωμάτων της Αστυνομίας σε βάρος διαφορετικών κοινωνικών κατηγοριών γυναικών: αθλιότητες που κατά καιρός διαπράττονται σε βάρος μεταναστριών και άλλων κοινωνικών κατηγοριών γυναικών, σεξιστικές λεκτικές επιθέσεις σε βάρος διαδηλωτριών καθώς και το πλούσιο ρεπερτόριο σεξιστικών ύβρεων που εκτοξεύονται κατά διαδηλωτών και διαδηλωτριών σχεδόν σε κάθε πορεία είναι μερικές από αυτές.
Δε χρειάζεται προφανώς να επισημάνουμε την πανευρωπαϊκή και παγκόσμια διάσταση του φαινομένου της έμφυλης βίας, για την οποία η εμπειρία της καθημερινότητας μας επιβεβαιώνει ότι δεν εξαντλείται στα όρια των διεθνών δικτύων εξαναγκαστικής πορνείας ή και της Ινδίας, του αραβικού κόσμου -(κάτι που η προπάγανδα περί παγκόσμιας τρομοκρατίας είχε επιχειρήσει να κάνει κυρίως για να ενισχύσει το ιδεολόγημα του εχθρού με το σκούρο δέρμα καθώς και να αποδώσει νομιμοποίηση σε αντιλήψεις περί «κατώτερης» αξίας πολιτισμών)-.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η 25η Νοέμβρη, η διεθνής λειτουργεί ως μια συμβολική αφετηρία για την επανεκκίνηση των συλλογικών εγχειρημάτων για την υπεράσπισης της κοινωνικής ισότητας και την φεμινιστικοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Όλα αυτά μέχρι αυτή η πόλη να γίνει και δική μας (εφόσον με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε πως ακόμη δεν είναι).

Πηγές

Φώφη Αλεβίζου, Μαρία Κορασίδου, Δήμητρα Σαμίου, «Βία-Βιασμοί», Δίνη: Φεμινιστικό Περιοδικό, τεύχος 2, Οκτώβριος 1987

*ο τίτλος «εκλάπη» από άρθρο που φιλοξένησε το φεμινιστικό περιοδικό Σκούπα, στο τεύχος 3 του Δεκεμβρίου του 1979 και αποτελεί αναπαραγωγή φράσης που διατύπωσε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στο πλαίσιο της διαμάχης του με τις γράφουσες της εποχής του( περίπου κατά το 1895)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου