Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Σχολείο της σύγκλισης και της συναίνεσης. Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Μία από τις παρενέργειες στο σχολείο που γέννησε η οικονομική κρίση που στοίχειωσε τον ΚΑ΄ αιώνα στη χώρα μας φαίνεται να είναι ο κριτικός αναλφαβητισμός. Χωρίς να έχουμε υψηλούς δείκτες οργανικού αναλφαβητισμού, η πολιτική που ακολουθείται τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να ενισχύει το λειτουργικό αναλφαβητισμό. Το σχολείο με την εξετασιομανία -που εμφανίζεται στο μεταίχμιο της χιλιετίας απομακρύνει τους μαθητές από την ελεύθερη και την κριτική σκέψη και τους υποχρεώνει στη δομημένη διδαγμένη σκέψη. Ζούμε δικτυωμένοι και όχι μέσα σε κοινωνίες. Και το σχολείο έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την τραγωδία.
Η αποκλίνουσα νοημοσύνη θεωρείται αντικοινωνική και καταδικάζεται σε υποβιβασμό και χαμηλή βαθμολογία, ενώ η συγκλίνουσα σκέψη της πεπατημένης αποστήθισης και του καλουπιού αξιολογείται ως ιδανική. Ο σχολικός κομφορμισμός, λοιπόν, δεν έγκειται μόνο στη μεταφορά αντιλήψεων, τάσεων και κυριαρχικών κοινωνικών σχέσεων. Απλώνεται ακόμα και στον τρόπο σκέψης των παιδιών, διαμορφώνοντας μέσα από την επιβολή σταθερών οδών σκέψης, ανθρώπους που δεν αμφισβητούν αλλά σκέφτονται μέσα από δομημένα καλούπια.
Το σχολικό πρόγραμμα όπως οικοδομείται, με ώρες εργασίας που ξεπερνούν εκείνες εργαζόμενου (υπολογίζεται ότι τα παιδιά παρακολουθούν τα μαθήματα του σχολείου 30 με 42 ώρες την εβδομάδα, ενώ χρειάζονται ακόμα 3-5 ώρες για να ετοιμαστούν, να φύγουν για το σχολείο και να επιστρέψουν στο σπίτι, και διαβάζουν 7-35 ώρες την εβδομάδα ανάλογα την τάξη στο σπίτι) και τα αναλυτικά προγράμματα μέσα από την επιβολή συγκεκριμένης ύλης και τη μονοδιάσταση αξιολόγηση μέσω διαγωνισμών, επιβάλλουν συγκεκριμένους ρυθμούς οργάνωσης του χρόνου και της σκέψης.
Η πνευματική κόπωση που γεννά ένα τέτοιο πρόγραμμα σε συνδυασμό με την επιβολή συγκεκριμένης ύλης, ουσιαστικά εξασθενίζει κάθε παιδική νοητική αντίσταση στην επιβολή. Η νεανική αντικομφορμιστική σκέψη κάμπτεται και το παιδί από μικρή ηλικία μαθαίνει να σκέφτεται όπως τα βιβλία και οι ενήλικες. «Εκλογικεύεται», «σοβαρεύει», αποθαρρύνει κάθε ουτοπική σκέψη και τελικά χάνει κάθε αίσθηση της παιδικότητάς του. Τελικό αποτέλεσμα είναι η ανάδειξη μιας πειθήνιας γενιάς που αδυνατεί να κρίνει αυτόνομα και να αποκλίνει από τις κοινωνικές επιβολές.
Έτσι, ουσιαστικά το σχολείο γίνεται με τρόπο αόρατο ένας ακόμα μηχανισμός διεύρυνσης του χάσματος ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Χρησιμοποιώντας το σχολείο σαν ένα διαχωριστικό μηχανισμό, οδηγούμαστε στην δημιουργία ενός συστήματος καστών που πλαισιώνεται από παρίες. Τα σχολεία δε μαθαίνουν τίποτε άλλο πέρα από την υπακοή στις εντολές και τις αναλύσεις των «πεφωτισμένων» που συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο. Το εκπαιδευτικό σύστημα επιβάλλει -με τρόπο βιωματικό και λανθάνοντα- το δικό του τρόπο σκέψης.
Χωρίς δικό τους χρόνο τα πνευματικώς φυλακισμένα παιδιά, αδυνατούν να αξιολογήσουν την κοινωνία με την αθωότητα και το ριζοσπαστισμό της ηλικίας τους. Κλειδωμένα στη στειρότητα της σύγκλισης με την ενήλικη σκέψη, απορρίπτουν λύσεις που βρίσκουν ακολουθώντας άλλα μονοπάτια, ανδραποδίζουν την ίδια τη φωνή τους. Ουσιαστικά το σύγχρονο σχολείο τα βγάζει εκτός του κοινωνικού γίγνεσθαι, τα οδηγεί στην αυτοπεριθωριοποίηση και τα καθιστά ανίκανα να σκεφτούν αυτόνομα. Κανείς δεν τα απευθύνει πλέον τον λόγο. Ζούνε συνεχώς υπό πνευματική επιτήρηση (στο σχολείο, στο διάβασμα, στον ανύπαρκτο σχολικό διάλογο και την εσωστρεφή οικογενειακή συζήτηση). Χωρίς δικό τους χώρο, χωρίς δικό τους χρόνο, κλειδώνονται στις διαστάσεις που ορίζουν οι ενήλικες.
Και χωρίς αυτόνομη σκέψη, το παιδί χάνει την ταυτότητά του. Μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο μέσα τα μάτια των ενηλίκων, των άλλων. Χάνει την ίδια τη διαδικασία διαπραγμάτευσης ταυτοτήτων που ενυπάρχει σε κάθε σχέση αλληλεπίδρασης (Vygotsky) και είναι η συνθήκη για να συντελεστεί μάθηση, χάνει το διαπροσωπικό χώρο όπου αναπτύσσεται η κριτική ικανότητα. Η ατομική ταυτότητα και η προσωπική κρίση στο σχολείο εκριζώνονται, αφήνοντας στη θέση τους ένα χέρσο πνευματικό τοπίο ικανό να υπακούει. Οι εξουσιαστικές σχέσεις μεταφέρονται στο σχολείο ενώ ο κοινωνικός λόγος των ενηλίκων επιβάλλεται ως αυτό που μπορεί να σκεφτεί κανείς κι αυτό που λογαριάζεται ως αλήθεια ή γνώση.
Πρόκειται για μία κοινωνικού τύπου πολιτισμική εισβολή (Freire) στην οποία ακόμα και οι γονείς με τους εκπαιδευτικούς αδυνατούν να αντισταθούν. Ως μέλη της κοινωνίας που δημιουργεί χάρη στα μέσα επικοινωνίας τη συναίνεση (Chomsky), διαμορφώνουν μία κομφορμιστική συνείδηση αδυνατώντας να αντιληφθούν τον πνευματικό ολοκληρωτισμό. Οι οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ισχυρές ομάδες που έχουν πρόσβαση στα ΜΜΕ και μπορούν να τα ελέγξουν αποτελεσματικά, μπορούν να κατασκευάσουν τη συναίνεση σε κοινωνικές και εκπαιδευτικές πολιτικές που θεωρούν ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Και αυτή η συναίνεση είναι η άλλη ουσία του σχολείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου