Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

«Η ατζέντα της αντίδρασης»

Της Αλίκης Κοσυφολόγου
Δε χωρά αμφιβολία ότι τα κόμματα του μνημονίου διαμόρφωσαν προνομιακό πεδίο για να ξεδιπλώσει η Χρυσή Αυγή την ανθρωποφοβική ρητορεία της και τελικά να συγκεντρώσει ένα πρωτοφανές ποσοστό κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.. Το διακύβευμα της «απειλούμενης» δημόσιας υγείας, η απόκρυψη των πραγματικών λόγων της υποβάθμισης του ιστορικού κέντρου και η αναπαράσταση των μεταναστών ως «πηγής όλων των κακών» αποτέλεσαν, όλο το διάστημα που προηγήθηκε, τους βασικούς άξονες της δημόσιας τοποθέτησης ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας. Αναμφίβολα, «κορυφαίες» στιγμές της σταδιακά εκφασιζόμενης πολιτικής υπήρξαν οι εξαγγελίες δημιουργίας πραγματικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ανθρώπων, υπό τη μορφή κέντρων κράτησης μεταναστών, καθώς και η πιο πρόσφατη, πρωτοφανής ως προς την ακρότητά της διαπόμπευση, από το κράτος και αρκετά ΜΜΕ, των 12 ελληνίδων και μεταναστριών που επιδίδονται σε αναγκαστική ή εξαναγκαστική πορνεία σε παράνομους οίκους ανοχής.
Ο Χρυσοχοίδης και ο Λοβέρδος, ως εκπρόσωποι ενός βαθύτατα κατασταλτικού και καθόλου «απόντος» νεοφιλελεύθερου κράτους, για να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης και να «επανιεραρχήσουν» την ατζέντα, επένδυσαν στη «μηδενική ανοχή» και τις βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που, ως αμετακίνητες «πολιτισμικές κολώνες», συνιστούν αναπόσπαστα μέρη της σύγχρονης ελληνικής ιδεολογίας.
Η δημοσίευση των 12 οροθετικών γυναικών, εκτός από κατάφωρη παραβίαση της αρχής του απορρήτου των ευαίσθητων δεδομένων της υγείας*, συνιστά, εκτός των άλλων, δείγμα επιστροφής της κοινωνίας στο διακύβευμα της καθαρότητας του αίματος. Αν πριν από το 18ο αι, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν, κατά μείζονα λόγο, κοινωνίες του αίματος, όπου «το αίμα ήταν μία πραγματικότητα με συμβολική λειτουργία», η ελληνική κοινωνία σήμερα παρουσιάζεται «καθηλωμένη» στο πέρασμα μεταξύ αιματηρότητας-σεξουαλικότητας, όπως η σαδική Γαλλία του 18ου, όπου «οι νέες ιδέες για τη βελτίωση του είδους μετατοπίζουν ολόκληρο το πρόβλημα του αίματος σε μια καταναγκαστική διαχείριση» [1] – αφενός του σεξ των ακραία εκμεταλλευόμενων γυναικών, αφετέρου της μαύρης εργασίας των μεταναστών. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, οι εκπρόσωποι του κράτους έκαναν χρήση του «απεριόριστου δικαιώματός τους στην παντοδύναμη τερατωδία [2]».
Η δημόσια τοποθέτηση Λοβέρδου, ο οποίος, αν και τελικά εξαναγκάστηκε σε αναδίπλωση, ένα χρόνο πριν είχε δηλώσει ότι οι μετανάστριες μολύνουν την ελληνική οικογένεια με μεταδοτικές ασθένειες, συμπυκνώνει την ιστορικά διαμορφωμένη σχέση της εξουσίας με τη σεξουαλικότητα στην Ελλάδα. Η σεξουαλικότητα δεν καταστέλλεται• αντίθετα, αφυπνίζεται, ενθαρρύνεται και καλλιεργείται• όμως το προνομιακό της φυτώριο παραμένει η οικογένεια. Η πορνεία, «καλώς εννοούμενη», ορίζει το πλαίσιο της επιτρεπόμενης (ως και αναγκαίας) παρέκβασης των οικογενειαρχών. Με άλλα λόγια, μία αντίληψη που εντοπίζει το πρόβλημα στη διάκριση μεταξύ ελεγχόμενης και μη ελεγχόμενης από το κράτος πορνείας, αφενός θεμελιώνεται στην εκτίμηση μιας κραταιάς και αμετακίνητης πατριαρχικής δομής (στο πλαίσιο της οποίας μοιάζει λογικό και αναμενόμενο οι άνδρες να κάνουν χρήση του «δικαιώματος» τους στο εξωγαμιαίο αγοραίο σεξ χωρίς να ενημερώνουν τις συντρόφους τους), αφετέρου απογυμνώνει το φαινόμενο της πορνείας από την κοινωνική του διάσταση εν γένει.
Η προφυλάκιση των 12 γυναικών ήρθε ως αναμενόμενη κατάληξη μιας καλά υπολογισμένης προεκλογικής στρατηγικής των εκπροσώπων του κράτους. Στις πλάτες των 12 εξαθλιωμένων και ακραία εκμεταλλευόμενων γυναικών μετακυλήθηκε συμβολικά το πολιτικό βάρος της διάλυσης των δομών κοινωνικής φροντίδας, των συγχωνεύσεων των νοσοκομείων, καθώς και της γενικής υποβάθμισης της παρεχόμενης δημόσιας υγείας, των λόγων δηλαδή που είναι πραγματικά απειλητικοί για τη δημόσια υγεία. Από την άλλη, η στρέβλωση των πραγματικών διαστάσεων του φαινομένου της παράνομης πορνείας στην Ελλάδα απαλλάσσει το κράτος από τις βαριές του ευθύνες για την ανεπαρκή πολιτική αντιμετώπιση του τράφικινγκ, καθώς και για την ελλιπή ως ανύπαρκτη μέριμνα για τα θύματα της αναγκαστικής ή εξαναγκαστικής πορνείας.
Βέβαια, η επανεκλογή των Λοβέρδου και Χρυσοχοϊδη στη Β’ Αθήνας επιβεβαιώνει μια υπόνοια που είχε γεννηθεί μετά το δημόσιο λιντσάρισμα των 12 γυναικών: ένα μέρος της κοινωνίας αδιαφορεί για τα θύματα και ανέχεται την περαιτέρω και πολλαπλή κακοποίησή τους...
* Με αφορμή τη δημοσίευση φωτογραφιών και τη δημοσιοποίηση ιατρικών απόρρητων στοιχείων των 12 γυναικών, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το νόμο 2472/1997 περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εισαγγελική αρμοδιότητα δημοσιοποίησης στοιχείων της ποινικής δίωξης δεν επεκτείνεται και στα ευαίσθητα δεδομένα υγείας, για τα οποία είναι απαραίτητη η άδεια από την αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Περαιτέρω, η εξαίρεση που προβλέπει ο ως άνω νόμος αφορά συγκεκριμένα το σκοπό βεβαίωσης εγκλημάτων και όχι γενικά και αφηρημένα το «κοινό καλό».
* Με αφορμή τη δημοσίευση φωτογραφιών και τη δημοσιοποίηση ιατρικών απόρρητων στοιχείων των 12 γυναικών, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το νόμο 2472/1997 περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εισαγγελική αρμοδιότητα δημοσιοποίησης στοιχείων της ποινικής δίωξης δεν επεκτείνεται και στα ευαίσθητα δεδομένα υγείας, για τα οποία είναι απαραίτητη η άδεια από την αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Περαιτέρω, η εξαίρεση που προβλέπει ο ως άνω νόμος αφορά συγκεκριμένα το σκοπό βεβαίωσης εγκλημάτων και όχι γενικά και αφηρημένα το «κοινό καλό».

[1] Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, i. H βούληση για γνώση, μτφρ: Τάσος Μπέτζελος, Αθήνα: Πλέθρον, 2011, σελ. 172
[2] Στο ίδιο, σελ. 173
rednotebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου