Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Τι να κάνουμε;

Διαπλάθοντας την κοινωνία και εμάς
Του Μάκη Κουζέλη
Ένας παλιομοδίτικος τίτλος για το ξεκίνημα μιας χρονιάς που φέρνει, ελπίζουμε, το απολύτως καινούργιο. Της χρονιάς που υπόσχεται να αναχαιτίσει την καταιγίδα της αδιάκοπης επανάληψης, αυτού του σωρού ερειπίων που μας παρουσιάζουν σαν πρόοδο. Της χρονιάς που υποσχεθήκαμε να κινήσουμε, να της δώσουμε περιεχόμενο, να την αποσπάσουμε από τη διαδοχή χαμένων μαχών, εικόνων του παρελθόντος. Το 2015 το παρόν επιστρέφει.
Ένας τίτλος συνδεδεμένος με κοσμογονικές ανατροπές από τις οποίες μας χωρίζει ένας αιώνας. Και μια αναφορά, το «απολύτως καινούργιο», εκτός μέτρου, ανεδαφική. Εκεί ακριβώς, εκτός συμβατικά μετρημένου τόπου και χρόνου, φαίνεται πως μας θέτει η προοπτική που κοροϊδευτικά ή και αυτοειρωνικά ακούμε γύρω μας να περιπαίζεται σαν «επανάσταση». Κι είναι αλήθεια πως μόνο από τη σκοπιά μιας ριζικής αποστασιοποίησης αλλά ταυτοχρόνως και μιας βαθιάς οραματικής ταύτισης μπορεί κανείς να δει την ανάληψη της εξουσίας από την Αριστερά στην Ελλάδα ως ενδεχόμενο εκτύλιξης ενός επαναστατικού νήματος. Κι έτσι ακριβώς το βλέπουν πολλοί, πάρα πολλοί, «μετρημένοι» και σοβαροί άνθρωποι εκτός Ελλάδας. Μας δείχνουν· κι εμείς γυρνάμε να δούμε ποιον μπορεί να εννοούν. Εμάς;
Η μεγαλύτερη δυσκολία για την υπέρβαση της πνιγηρής καθημερινότητας και την επένδυση σε μια προοπτική του «απολύτως καινούργιου» έγκειται στο εννοούμενο «εμείς», στο υποκείμενο του «τι να κάνουμε». Ο τίτλος του Τσερνισέφσκι, που έγινε σύμβολο του επαναστατικού προγράμματος από τον Λένιν, χρησιμοποιεί το ρήμα στο απαρέμφατο. Τι πρέπει να γίνει ρωτάει και λέει στους συντρόφους του — φυσικά όμως τι πρέπει να γίνει από αυτούς, καθώς κυρίως περί αυτού πρόκειται: περί του ποιος είναι αυτός που μπορεί και πρέπει να κάνει. Το φαινομενικά πεζό «και τώρα τι κάνουμε» δεν είναι όμως ερώτημα της τελευταίας στιγμής, γι’ αυτό και η λενινιστική απάντηση, δεκαπέντε χρόνια πριν από την επανάσταση, συμπίπτει με τη συγκρότηση του υποκειμένου, πλάθει το «εμείς».
Είμαστε για τέτοια; Έχουμε τα στελέχη, τον συλλογικό νου, το πνεύμα και την παιδεία, τη γνώση, τη θέληση και την κουλτούρα για μια αυθεντική εμπειρία υπαγόρευσης της ιστορίας, έχουμε κάτι σαν την κατά Λένιν «πρωτοπορία» που θα κάνει την ιστορία, ή –ακόμα χειρότερα– «είμαστε» κάτι τέτοιο; Δεν είμαστε και δεν την έχουμε. Αλλά καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε πως οι συνθήκες δίνουν τη δυνατότητα συγκρότησής της. Και οι συνθήκες μας υποχρεώνουν.
Μπροστά στην αναμενόμενη ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης, εκείνη ακριβώς η Αριστερά που δέχτηκε μια τέτοια προοπτική και έτσι την κατέστησε ρεαλιστική, ξαναβρίσκεται αντίκρυ στον καθρέφτη της. Και το είδωλο είναι, φυσικά, ισχνό. Αδυναμίες προσώπων, διαβρωτικές δυναμικές ατομικών φιλοδοξιών, συμφεροντολογικές αλλαγές πίστης, υπεραπλουστευτικές ή αναχρονιστικές απαντήσεις) όλα όσα θα μπορούσαμε από τη σημερινή σκοπιά να συνδέσουμε με τον «αυθορμητισμό» μιας ιδεολογίας που απλώς «συνδικαλίζεται» — κάπως έτσι θα διαβάζαμε ίσως σήμερα το κείμενο του Λένιν), από όλα έχει και για όλα αυτά υπάρχει ανησυχία. Το είδωλο είναι όμως ισχνό, ακριβώς γιατί είναι το εκλογικά μεγεθυμένο είδωλο δυνάμεων μικρών, ριζοσπαστικών και επί δεκαετίες σχεδόν περιθωριακών, δυνάμεων ανατρεπτικών που οι ιστορική συγκυρία και οι κινηματικοί αγώνες τις έθεσαν στο εστιακό σημείο της μεγέθυνσης. Είναι το είδωλο δυνάμεων που καλούνται τώρα να αναπτυχθούν.
Κι οι δυνάμεις αυτές, από τα περίφημα «απαραίτητα για τη στελέχωση των κυβερνητικών θεσμών» πρόσωπα, μέχρι όλους εκείνους που θα κάνουν κίνημα τις αξιώσεις δημοκρατίας και αυτοδιοίκησης, δεν θα βρεθούν πριν ή εκτός της πορείας που θα σχηματίζει η άσκηση της εξουσίας από την Αριστερά. Και κυρίως, δεν θα βρεθεί πριν ή εκτός της πορείας αυτής το ζητούμενο ήθος των δυνάμεων αυτών. Όταν παραπάνω έγραφα «πλάθει το εμείς», αναφερόμουνα σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία δια-μόρφωσης. Η υπέρβαση της μικροαστικής καθημερινότητας, των ατομισμών και των μικροσυμφερόντων, η ανάδειξη ριζικά διαφορετικών αρχών και «απολύτως καινούργιων» πτυχών συλλογικότητας και κοινωνικής υποκειμενικότητας προϋποθέτει εκείνη την πορεία την οποία καθιστά και δυνατή: την πορεία βαθιάς δημοκρατικής αλλαγής της κοινωνίας. Δεν υπάρχει εδώ πρώτο και επόμενο. Μετασχηματίζουμε ριζικά την κοινωνία, μετασχηματίζοντας εμάς τους ίδιους. Μετασχηματίζουμε το υποκείμενο, μετασχηματίζοντας την κοινωνία: η δημοκρατία μορφώνει. Μπορεί να χρειαστεί να «ξεμάθουμε», να αποβάλουμε συνήθειες και έτοιμους τόπους, αλλά μόνο ζώντας μια πραγματικότητα ουσιαστικά διαφορετική.
Πράγματι, αυτή είναι και η μεγάλη δυσκολία, η πρόκληση. Ότι γίνεται, γίνεται. Το έχουμε δει στις δήθεν «εξωτικές» επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής, σε όλες τις ριζικές ανατροπές ευρωπαϊκών καθεστώτων, το έχουμε «μυριστεί» ακόμα και στη δική μας μεταπολίτευση. Το ατομικό εξυψώνεται όταν οι συνθήκες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης το επιτρέπουν αλλά και το απαιτούν.
Σε μια κουβέντα συνοψίζονται όλα αυτά, στην άλλη οικεία παρότρυνση του «παλιομοδίτικου» λενινιστικού κειμένου: ενάντια στο ρεύμα των οικονομικών μεγεθών και των απειλητικών υπολογισμών πρέπει να κινηθούμε πολιτικά. Είναι οι πολιτικοί όροι που θα ανατρέψουν (και το οικονομικό) σκοτεινό σκηνικό. Είμαστε καταδικασμένοι να ανακτήσουμε την πολιτική.

Ο Μάκης Κουζέλης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου