Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Γιατί πήραν φωτιά τα κομπιουτεράκια;, του Πέτρου Σταύρου

Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ ανέρχονται στο 6% περίπου του ΑΕΠ του 2013 και στο 11% του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος της οικονομίας, δηλαδή του τμήματος εκείνου του συνολικού εισοδήματος που δεν συμπεριλαμβάνει τους μισθούς, αλλά τις κάθε λογής προσόδους και τα κάθε λογής κέρδη. Μάλιστα, το τμήμα εκείνο των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ που θα χρηματοδοτηθεί από τα φορολογικά έσοδα και την πάταξη της φοροδιαφυγής, καθώς και από την αναπτέρωση της οικονομίας, αποτελούν μόλις το 3% του ΑΕΠ και κάτι περισσότερο από το 6% του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος. Τα υπόλοιπα θα προέλθουν από πόρους του ΤΧΣ και του ΕΣΠΑ.
Λέει λοιπόν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ή καλύτερα δεσμεύεται, πως με τους παραπάνω πόρους θα επιχειρήσει μια πρώτη αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την αναχαίτιση της ανεργίας και την εκκίνηση της οικονομίας. Είναι πολλά αυτά τα λεφτά; Μα η ανακεφαλαίωση μόνο των τεσσάρων συστημικών τραπεζών έχει στοιχίσει , μέχρι τώρα, τα τετραπλάσια και η οικονομία δεν έχει αισθανθεί καμιά «ανακούφιση», πόσο μάλλον κάποιου είδους ώθηση. Και τότε γιατί πήραν «φωτιά» τα «κομπιουτεράκια» της κυβέρνησης και άλλων και κοστολογούν, ξανά και ξανά, τα προγραμματικά στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ;
Ας δούμε πρώτα την πιθανολογούμενη επίπτωση των εξαγγελιών αν εφαρμόζονταν αύριο κιόλας, καθώς υπήρξαν δύο κριτικές στις προτάσεις που παρουσιάστηκαν. Η μία προσέγγιση, αυτή της κυβέρνησης, λέει ότι τα λεφτά δεν βρίσκονται και ότι το πρόγραμμα στην ουσία είναι ανεφάρμοστο. Η άλλη, που γίνεται «εξ αριστερών», λέει λίγο-πολύ ότι τα λεφτά είναι πολύ λίγα και ότι δεν φτάνουν σχεδόν για τίποτα.
Το 1933 ο Ρούσβελτ ανακοίνωσε ένα συνδυασμό μέτρων πολιτικής που είχαν μια μικρή αλλά σημαντική επίπτωση στην αμερικάνικη οικονομία. Το 1933 η πίστωση στις ΗΠΑ ήταν αρνητική και στην ουσία η οικονομία βάδιζε με ρυθμούς απομόχλευσης (– 6,7%), δηλαδή οι αποπληρωμές των δανείων ήταν περισσότερες από τα νέα δάνεια που χορηγούνταν, μια φάση παρόμοια με αυτήν στην οποία βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα σήμερα. Οι τράπεζες απορροφούσαν χρήμα από την οικονομία παρά πρόσθεταν. Το 1934 ο ρυθμός απομόχλευσης έπεσε στο (– 2,1%) και το 1935 στο (- 0,4%). Αντίθετα ο ρυθμός των επενδυτικών δαπανών ανέβηκε στο 9,3% το 1934 και στο 10,1% το 1935, παρόλο που η πιστωτική επέκταση συνέχιζε να είναι αρνητική. Τι είχε συμβεί, λοιπόν; Ενώ η πίστωση συνέχιζε και ήταν αρνητική (πιστωτική συρρίκνωση), ο ρυθμός της απομόχλευσης μειώθηκε σημαντικά και αυτό έδωσε πολλαπλάσια ώθηση στις επιχειρήσεις για να ενεργοποιήσουν ξανά τις επενδυτικές δαπάνες (δες Biggs, Michael, Thomas Mayer and Andreas Pick (2010), «Credit and Economic Recovery: Demystifying Phoenix Miracles», Working Paper Series).
Είναι δυνατόν, δηλαδή, και με μικρές παρεμβάσεις σε συγκεκριμένα σημεία του οικονομικού κυκλώματος να μειωθεί η ταχύτητα της απομόχλευσης, δηλαδή η διαρκής μείωση των υποχρεώσεων και των απαιτήσεων λόγω ιδιωτικού χρέους που καταστέλλει την οικονομική δραστηριότητα. Όπως είναι επίσης δυνατόν να αρχίσει να εντοπίζεται και να εισπράττεται ένα μικρό τμήμα της φοροδιαφυγής και να αυξάνεται η εισπραξιμότητα φόρων, ώστε να γίνει εφικτή η μετακίνηση προς ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα. Είναι δυνατόν να ξεκινήσει μια ελάχιστη κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και είναι φυσικά δυνατόν να αρχίσει να αντιμετωπίζεται σοβαρά η ανεργία με θεσμικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, καθώς και με κάποια πρώτα μέτρα «αναστήλωσης» της απασχόλησης: επρόκειτο για το πιο φιλόδοξο τμήμα από την παρουσίαση του προγράμματος στη ΔΕΘ. Τέλος, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένας μικρός αλλά ενάρετος κύκλος αυτοχρηματοδότησης όλων των παραπάνω παρεμβάσεων, με την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, της ενεργού ζήτησης και της βελτίωσης των προσδοκιών.
Βέβαια, για να μπει η οικονομία σε μια άλλη, πιο δυναμική και πιο σταθερή τροχιά απαιτείται μια ριζική ανατροπή ταξικών συσχετισμών, παραγωγικών προτύπων, ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και μια σοβαρή αναδιανομή εισοδήματος και κεφαλαίων. Όμως είναι βέβαιο πως μια αρχική «αναστάτωση» μπορεί να προκληθεί και από μια διαφορετική χρήση των λιγοστών διατεθειμένων πόρων και από μια άλλη ιεράρχηση των στόχων.
Κι αυτό φάνηκε από το «σοκ» της κυβέρνησης. Γιατί εκείνο που «τάραξε τα νερά» δεν είναι τόσο το μέγεθος του κοστολογημένου προγράμματος, ούτε τα άλλα του στοιχεία. Είναι ο διαφορετικός προορισμός των απαιτούμενων πόρων, η διαφορετική χρήση τους, η άλλη ιεράρχησή τους. Ο σκοπός των εξαγγελιών ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από την κυβέρνηση παρά μόνο «φουσκώνοντας» η ίδια τα νούμερα του σχεδίου του πολιτικού αντιπάλου της και μη διστάζοντας να αυτογελοιοποιηθεί. Μόνο έτσι πιστεύει ότι θα παρουσιαστούν ως ανέφικτοι οι στόχοι του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ – γιατί αλλιώς, ορθολογικά και πολιτικά δεν αντιμετωπίζονται, καθότι βρίσκονται πέραν του πολιτικού και ηθικού ορίζοντα της κυβέρνησης και του μνημονίου.
Η λογική της κυβέρνησης δεν είναι απλώς μια κάποια αφηρημένη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Πολύ περισσότερο, είναι μια πολιτική ριζικής αποξένωσης της κοινωνίας από κάθε δικαίωμα επί του δημόσιου αγαθού που λέγεται χρήμα. Το χαρακτηριστικό αυτό την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη, όχι τόσο απέναντι σε «λαϊκισμούς», όσο απέναντι σε εύλογες απόπειρες ανακούφισης και ανάταξης κάποιων στοιχειωδών οικονομικών λειτουργιών. Η πλήρης ευταξία του κυβερνητικού περιβάλλοντος και της γενικευμένης πεποίθησης ότι τίποτα δεν γίνεται μπορεί εύκολα να διαταραχθεί και να αναδιαταχθεί, μακροσκοπικά, από μια μικρή ή μεσαία αλλαγή των δεδομένων.
Έτσι, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια μνημονιακής πολιτικής μια κυβέρνηση δημοσιονομικού φονταμενταλισμού ηττάται στα πεδία της πολιτικής αριθμητικής. Αλλά ας μην καθηλωνόμαστε σε μια επιτυχημένη κίνηση. Και αυτό διότι μπορεί να αρκεί ένας στοιχειοθετημένος μινιμαλισμός για να αποσταθεροποιήσει το κυβερνητικό περιβάλλον, όμως η ουσιαστική αναβάθμιση της ζωής των λαϊκών τάξεων απαιτεί άλλες κλίμακες προσπαθειών και βαθιές τομές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου